Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Λεξιλόγιο Αρχαίων Ελληνικών Φ - Χ - Ψ - Ω


Phi uc lc.svg
φαιδρός = λαμπρός, εύθυμος.
φαίνω = φανερώνω, δείχνω.
φρουράν φαίνω = κηρύττω επιστράτευση.
φαῦλος = ασήμαντος, χυδαίος.
φείδομαι = λυπάμαι, λογαριάζω.
φειδώ = φροντίδα, οικονομία.
φέρω = φέρνω, μεταφέρω.
χάριν φέρω = χαρίζομαι, ευγνωμονώ.
τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω.
ἄγω καί φέρω = αρπάζω, βλάπτω, λεηλατώ.
βαρέως φέρω = αγανακτώ.
εὖ φέρομαι = αποβαίνω καλά, πετυχαίνω, εκτιμώμαι.
κακῶς φέρομαι = έχω αποτυχίες.
πλέον φέρομαί τινος = υπερέχω κάποιου, πλεονεκτώ.
φεύγω = φεύγω, καταφεύγω, εξορίζομαι.
ὁ φεύγων = ο κατηγορούμενος, ο εξόριστος.
φθάνω = προλαβαίνω.
οὐ φθάνω (+ κατηγ. μετοχή)…και…μόλις, αμέσως.
φθείρω = καταστρέφω, εξοντώνω.
φθονέω-ῶ = αρνούμαι, φθονώ.
φθονῶ τινί τινος = από φθόνο αρνούμαι κάτι σε κάποιον.
φιλέω-ῶ = αγαπώ, φιλοξενώ.
φιλικῶς χρῶμαί τινι = έχω φιλικές διαθέσεις.
φιλονικέω-ῶ = είμαι φιλόνικος.
φιλονικία = φιλονικία, αντιζηλία.
φιλοπονία = εργατικότητα.
φιλόπονος = εργατικός, κοπιαστικός.
φίλος = φίλος, αγαπητός, σύμμαχος.
φιλοτιμέομαι-οῦμαι = φιλοδοξώ, ανταγωνίζομαι.
φιλοτιμία = φιλοδοξία, ανταγωνισμός.
φιλότιμος = φιλόδοξος.
φοβέω-ῶ = εκφοβίζω.
φοιτάω-ῶ (< φοῖτος) = συχνάζω.
φορά = μεταφορά, εισφορά.
φράζω = λέγω, συμβουλεύω.
φρονέω-ω = σκέπτομαι, νομίζω.
οἱ εὖ φρονοῦντες = συνετοί.
κακῶς φρονῶ = δεν σκέπτομαι ορθά.
μέγα φρονῶ = υπερηφανεύομαι.
ἀγαθά (φίλα-κακά) φρονῶ = έχω καλές (φιλικές-εχθρικές) διαθέσεις.
φρουρά = φρουρά, φρούρηση.
φρουράν φαίνω = κηρύττω τον πόλεμο, κάνω επιστράτευση.
φυγάς = εξόριστος, δραπέτης.
κατάγω φυγάδα = επαναφέρω στην πατρίδα.
ὁ φυγάς κατέρχεται = ο εξόριστος επανέρχεται στην πατρίδα.
φυλακή = φρούρηση, φρουρά, φρούριο, σωματοφυλακή.
φυλακάς ἔχω (φυλάττω) = φρουρώ.
ἐν φυλακῇ εἰμι = είμαι σε επιφυλακή.
φυλάττω = φυλάω, φρουρώ.
φυλάττομαι = αποφεύγω, προφυλάσσομαι.
φύσις = φύση, χαρακτήρας, οργανισμός./// πέφυκα = είμαι εκ φύσεως.
φύσει πεφυκότα = τα φυσικά στοιχεία.

Chi uc lc.svg 
χαλεπαίνω = αγανακτώ, οργίζομαι.
χαλεπός = δύσκολος, φοβερός.
χαλεπῶς ἔχω = οργίζομαι, βρίσκομαι σε δύσκολη θέση.
χαλεπῶς φέρω = αγανακτώ, δυσφορώ, το φέρνω βαριά.
χαρίεις = χαριτωμένος.
χαριέντως = με χάρη.
χαρίζομαι = κάνω χάρη.
δίκαια (ῥᾴδια) χαρίζομαι = κάνω χάρη δίκαιη (εύκολη).
κεχαρισμένος = ευχάριστος.
χάρις = χάρη, εύνοια, ευχαρίστηση, ευγνωμοσύνη.
χάριν οἶδά τινι - χάριν ἔχω τινί - χάριν ἀποδίδωμι = χρωστώ ευγνωμοσύνη, ευχαριστώ, ευγνωμονώ.
χειμών,-ῶνος = χειμώνας, κακοκαιρία.
εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι = συμπλέκομαι
ἔρχομαι εἰς χεῖράς τινος = περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου.
ἄρχω χειρῶν ἀδίκων = κάνω αρχή της αδικίας.
χειρόομαι-οῦμαι = κυριεύω, υποτάσσω, αιχμαλωτίζω.
χειροτονέω-ῶ = εκλέγω, διορίζω, ψηφίζω, αποφασίζω (με ανάταση χεριού).
χρεία (χρῶμαι) = χρήση, ανάγκη, χρησιμότητα.
χρή = είναι ανάγκη, πρέπει.
χρήομαι-χρῶμαι = μεταχειρίζομαι.
οἰκείως χρῶμαί τινι = συμπεριφέρομαι λογικά.
χρηστήριον = μαντείο, χρησμός.
χώρα = χώρα, πατρίδα, χώρος.
χωρέω-ῶ = προχωρώ, έρχομαι.
χωρίον = τοποθεσία.
χωρίς = χωριστά.


Psi uc lc.svgψέγω = κατηγορώ.
ψευδομαρτυρέω-ῶ = είμαι ψευδομάρτυρας.
ψεύδω = διαψεύδω, απατώ.
ψεύδομαί τινος = αποτυγχάνω, απατώμαι σε κάτι.
ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος = διαψεύδομαι στις ελπίδες μου.
ψηφίζω = ψηφίζω.
ψηφίζομαι = ψηφίζω, αποφασίζω, εγκρίνω.
ψήφισμα = απόφαση, ψήφισμα.
τήν ψῆφον φέρω = αποφασίζω, εκδίδω απόφαση.
ψῆφον ἐπάγω = προτείνω ψηφοφορία.
ψιλός = γυμνός, ακάλυπτος, άδενδρος.
ψῦχος = ψύχος, χειμώνας.

Omega uc lc.svg
ὠθέω-ῶ = σπρώχνω, απωθώ.
ὠμότης = σκληρότητα.
ὠνέομαι-οῦμαι = αγοράζω.
ὠνή = αγορά.
ὠνητός = αγοραστός.
ὤνια (τά) = ψώνια.
ὥρα = ώρα, εποχή, κατάλληλος χρόνος. 
ὧραι = εποχές του έτους.
ὠφελέω-ῶ = βοηθώ, ωφελώ.
ὠφέλιμος = ωφέλιμος, χρήσιμος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου