Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Πρωταγόρας Λεξιλογικά:Ομόρριζα, Συνώνυμα, Αντώνυμα




·         Ἄγω: αγωγή (ανα-, δι-, προσ-, εισ-, εξ-, συν-, προ-, κατ-, μετ-, παρ, επ-, απ-, υπ-) αγωγή, αγωγός, παιδαγωγός, ευάγωγος, ανάγωγος, άγουσα, άγημα, αγέλη, αγώνας, αγώγιμος, άμαξα, άξονας, (προσ-, εισ-) ακτέος, επείσακτος, παρείσακτος, σύναξη, παρθεναγωγείο, υδραγωγείο, καταγώγιο, λοχαγός, ξεναγός, χορηγός, στρατηγός. Συνώνυμα: κομίζω, ὀδηγῶ, φέρω, ἡγοῦμαι. Αντώνυμα: ἀφίημι, καταλείπω

·         Αἱροῦμαι: αίρεση, (εξ-, συν-, προ-, αν-, καθ-, δι-, αφ-, υφ-) αίρεση, αιρετός, εξαίρετος, αναφαίρετος, διαιρέτης, διαιρετός, αυθαίρετος, διαιρετέος, αφαιρετέος. Συνώνυμα: ἐκλέγω, προτιμῶ, χειροτονῶ

·         Ἀλείφω: άλειμμα, αλοιφή, άλειψη, επάλειψη, εξάλειψη, απάλειψη, ανεξάλειπτος. Συνώνυμα: χρίω, ἐπιχρίω. Αντώνυμα: ἀπαλείφω, ἐξαλείφω, σβέννυμι

·         Ἁμαρτάνω: αμαρτία, αμάρτημα, αναμάρτητος, αμαρτωλός. Συνώνυμα: ἀστοχῶ, ἀποτυγχάνω, σφάλλομαι. Αντώνυμα: τυγχάνω, ἐπιτυγχάνω, εὐστοχῶ, κατορθῶ

·         Γίγνομαι: γένεση, γένος, γενιά, γονέας, πρόγονος, απόγονος, εγγονός επίγονος, γόνος, αγενής, ευγενής, συγγενής, ομογενής, γενητός, αγένητος, συγγένεια, αγένεια, γενετήσιος. Συνώνυμα: εἰμί, γεννῶμαι, ποιοῦμαι, φύομαι. Αντώνυμα: ἀποθνήσκω

·         Δείκνυμι: (παρά-, υπό-)δείγμα, (έν-, από-, επί-)δειξη, δείκτης, αυταπόδεικτο. Συνώνυμα: δηλῶ, ἐμφαίνω, μηνύω (=φανερώνω), σημαίνω. Αντώνυμα: ἀποκρύπτω, λανθάνω

·         Δέομαι: δέηση, ενδεής Συνώνυμα: ἀντιβολῶ, ἱκετεύω, κελεύω, λιπαρῶ

·         Δέχομαι: (απο-, εκ-)δοχή, δεξιός, δεξαμενή, δοκός, δέκτης, δόκανο, δοχείο, δεκτός (αποδεκτός, απαράδεκτος). Συνώνυμα: λαμβάνω

·         Διδάσκω: διδάσκαλος, διδασκαλία, διδακτήριο, διδακτικός, διδακτός, αδίδακτος, δίδαγμα, διδασκαλίστικος, δασκαλοκεντρικός. Συνώνυμα: δείκνυμι, νουθετῶ, παραινῶ, συμβουλεύω. Αντώνυμα: μανθάνω, πυνθάνομαι

·         Δίδωμι: δόση, (διά-, επί-, μετά-)δοση, δώρο, εκδοτήριο, επιδοτήριο, δότης, (προ-, εκ-)δότης, (παρα-)δοτός, παραδοτέος, έκδοτος, ανεπίδοτος, ανέκδοτος, δωσίλογος, δωσίδικος. Συνώνυμα: δωροῦμαι, παρέχω, προσφέρω, ἐπιτρέπω, ἐφίημι. Αντώνυμα: λαμβάνω, δέχομαι, ἀποσπῶ, ἀφαιρῶ

·         Δοκῶ: άδοξος, δόξα, δόγμα, αδόκητος, δόκιμος, ευδόκιμος, αδόκιμος, δοξάζω, δογματικός, δοκιμή, δοκίμιο. Συνώνυμα: νομίζω, ἡγοῦμαι, οἴομαι, φαίνομαι, ὑπολαμβάνω, γιγνώσκω

·         Ἐθίζω: εθισμός, έθιμο, συνήθεια, ασυνήθιστος. Συνώνυμα: ἀσκῶ, γυμνάζω, διδάσκω, παιδεύω

·         Εἰμί: ουσία, (συν-, απ-, εξ-)ουσία, όντως, ουσιώδης, ουσιαστικός, ετυμολογία, ετυμηγορία. Συνώνυμα: γίγνομαι, ζῶ, ὑπάρχω. Αντώνυμα: ἄπειμι, θνῄσκω

·         Ἐσθίω: εδωδή (= τροφή), εδώδιμος (= φαγώσιμος), έδεσμα, νηστικός, φαγητό, φαγώσιμος, αφάγωτος Συνώνυμα: τρώγω, βιβρώσκω. Αντώνυμα: πεινῶ

·         Ἔχω: έξη, μέθεξη, ευεξία, καχεξία, εξής, εφεξής, ηνίοχος, σχήμα, σχέση, σχεδόν, σχολείο, σχόλη, (απ-, εξ-, παρ-, υπέρ-, κατ-, συν-)οχή, ανακωχή, ανθεκτικός, ένοχος, κάτοχος, μέτοχος, κακουχία, ραβδούχος, κλειδούχος, συνταξιούχος. Συνώνυμα: ἄγω, δύναμαι, κρατῶ, φέρω. Αντώνυμα: στεροῦμαι, ἡττῶμαι

·         Ἡγοῦμαι: ηγεμόνας, ηγεμονία, ηγεμονικός, ηγεμονεύω, (εισ-, περι-, αφ-, καθ-, υφ-)ηγητής, ανεκδιήγητος, ηγήτορας, (αφ-, δι-)ήγημα, ηγούμενος. Συνώνυμα: ὁδηγῶ, ἄρχω, βασιλεύω, δυναστεύω, κρατῶ, γιγνώσκω, δοκῶ, νομίζω. Αντώνυμα: ἕπομαι, ἀκολουθῶ

·         Ἥδομαι: ηδονή, ηδονικός, ηδονίζομαι, ηδονισμός, φιλήδονος, ηδονοθηρία, ηδονοβλεψίας. Συνώνυμα: ἀγάλλομαι, εὐφραίνομαι, χαίρω, τέρπομαι. Αντώνυμα: ἀνιῶμαι, ἄχθομαι, λυποῦμαι, ἀθυμῶ, θλίβομαι

·         Θαρρῶ: θάρρος, θράσος, θαρραλέος, θαρρετός, ευθαρσής, ευθαρσώς, ενθαρρύνω, αποθαρρύνω, (εν-)αποθαρρυντικός. Συνώνυμα: εὐθαρσῶ, τολμῶ, καρτερῶ, ἐπιρρώνυμαι. Αντώνυμα: δέδοικα, φοβοῦμαι, ὀκνῶ

·         Θεωρῶ: θεώρημα, θεώρηση, (ανα-, επι-) θεώρηση, θεωρία, θεωρητικός, αθεώρητος, δυσθεώρητος, επιθεωρητής, αναθεωρητής, αναθεωρητικός, θεωρείο. Συνώνυμα: θεῶμαι, ὁρῶ, σκοπῶ, προσέχω, παρατηρῶ, ἀμελῶ, ὀλιγωρῶ

·         Ἵσταμαι: στάση, σταθμός, στήλη, ιστός, ορθοστάτης, (επι-,απο-, προ-)στάτης, στάθμη, στάδιο, στατήρας, σταθερός, ασταθής, (συ-, εκ-)στατικός, (διά-, από-, περί-, εν- έκ-, σύ-, ανά-, κατά-, μετά-, παρά-, αντί-)σταση, συστάδην, ασύστατος, σύστημα. Συνώνυμα: ἐγείρω, ὀρθῶ, τάττω, ἱδρύω, πήγνυμι

·         Καλῶ: κλήση, κλητήρας, κλητός, κλήτευση, απρόσκλητος, εκκλησία, εκκλησιάζομαι, εκκλησιαστικός, πρόκληση, απρόκλητος, σύγκλητος, έγκλημα, εγκληματικός. Συνώνυμα: ὀνομάζω, προσαγορεύω, κλητεύω, φωνάζω, φωνῶ

·         Κεῖμαι: κοίτη, κοιμάμαι, κείμενο, ωκεανός, κειμήλιο

·         Κλίνω: κλίση, παρέκκλιση, σύγκλιση, κλίνη, κλίμακα, επικλινής, κλιτύς (=πλαγιά), κλιτός, κλίμα, ανάκλιντρο. Συνώνυμα: ῥέπω, τρέπω, στρέφω. Αντώνυμα: ὀρθῶ

·         Λαμβάνω: λήψη, (συλ-, προσ-, προ-, ανα-, κατά-, περί-, αντί-, μετά-, υπό)λήψη, λαβή, χειρολαβή, παραλαβή, απολαβή, λάφυρο, λαβίδα, εργολάβος, εργολαβία, εργολήπτης, παραλήπτης, λήμμα, (κατά-, ακατά-, ευ-, επί-, ανεπί-, ασύλ-) ληπτός, ευυπόληπτος, ανυπόληπτος, επιλήψιμος. Συνώνυμα: αἱρῶ, δέχομαι

·         Λανθάνω: λήθη, λάθρα, λαθραίος, αληθινός, επιλήσμονας, αληθεύω, άληστος (=αλησμόνητος), λήθαργος, λάθος, λαθροκυνηγός, λαθρεπιβάτης, λαθραναγνώστης. Συνώνυμα: διαφεύγω, κρύπτομαι, ἀμνημονῶ. Αντώνυμα: μέμνημαι, μνημονεύω, φαίνομαι

·         Λέγω: λέξη, λεκτικός, λέσχη, αδολέσχης (= φλύαρος), λόγος, (εύ-, επί-, έλ- < έν, πρό-, ανά-, κατά-, διά-, παρά-, αντί-, υπό-) λόγος, σπερμολόγος, θεολόγος, πολυλογάς, λογίζομαι, απολογούμαι, λογύδριο, λογικός, λογικεύομαι, λογαριάζω, δυσλεξία, δυσλεκτικός, ρήμα, ρήτορας, ρητορικός, ρήση, ειρήνη, αντίρρηση, πρόρρηση, ρήτρα, έπος, καλλιέπεια, ορθοεπής, ρητός, άρρητος, απόρρητος. Συνώνυμα: ἀγορεύω, δημηγορῶ, διεξέρχομαι, φάσκω, φημί, φθέγγομαι, φράζω. Αντώνυμα: σιωπῶ, σιγῶ

·         Λείπω: διάλειμμα, έλλειμμα, υπόλειμμα, ελλιπής, λιποτάκτης, λιποταξία, λοιπός, υπόλοιπος, κατάλοιπο, έλλειψη, έκλειψη, λείψανο, αδιάλειπτος (-α), λοίσθιος (= έσχατος), εγκατάλειψη, λιπόψυχος, λιποψυχία, λιποψυχώ, ελλιποβαρής, ελλειμματικός. Συνώνυμα: ἀφίημι, ἐῶ. Αντώνυμα: λαμβάνω, καρποῦμαι, χρῶμαι

·         Λυποῦμαι: λύπη, (συλ-) λυπητήριος, αξιολύπητος, αλύπητος. Συνώνυμα: ἀθυμῶ, ἀλγῶ, ἀνιῶμαι, ἄχθομαι, θλίβομαι. Αντώνυμα: ἀγάλλομαι, γέγηθα, εὐφραίνομαι, ἥδομαι, τέρπομαι, χαίρω

·         Μαρτυρῶ: μαρτυρία, μάρτυρας, μαρτύριο, μαρτυρικός, Συνώνυμα: βεβαιῶ, ὁμολογῶ, μηνύω, εἰσαγγέλλω

·         Μείγνυμι: μείξη, (ανά-, πρόσ-)μειξη, μείγμα, μικτός, μιγάδας, μιγαδικός, σμίγω, αμιγής. Συνώνυμα: κεράννυμι, συνάππτω, συναρμόττω

·         Κεράννυμι: κράση, κράμα, κρασί, κρατήρας, κέρασμα, ακέραστος, εύκρατος, άκρατος. Συνώνυμα: μείγνυμι, συγχέω, φύρω

·         Μηχανῶμαι: αμήχανος, μηχανικός, μηχάνημα, βιομήχανος, βιομηχανικός, πολυμήχανος. Συνώνυμα: ἐπινοῶ, εὑρίσκω, τεχνῶμαι

·         Μένω: μόνος, μένος, μονή, (δια-, επι-, υπο-, πάρα-, εμ-) μονή, μόνιμος, μονάζω, μενετός, Μενέλαος. Αντώνυμα: ἀπέρχομαι, ἀποδιδράσκω, δραπετεύω, φεύγω, κινοῦμαι

·         Νέμω: νόμος, (δια-, κατα-)νομή, νόμιμος, νομικός, παράνομος, σύννομος, άνομος, νομιμοποιώ, ανέμητος (=αδιαίρετος), νέμεση, νομός, νομάς, νομαδικός, διανομέας, αδιανέμητος. Συνώνυμα: διαδίδωμι, διαμερίζω, παρέχω. Αντώνυμα: λαμβάνω, ἀφαιρῶ, καρποῦμαι

·         Οἶδα: είδηση, ειδήμονας, συνείδηση, ιστορία, ιστορικός, ιστορώ Συνώνυμα: γιγνώσκω, ἐπίσταμαι, αἰσθάνομαι, ἐπαΐω. Αντώνυμα: ἀγνοῶ

·         Οἰκοδομῶ: οικοδόμος, οικοδομή, οικοδομήσιμος, οικοδομικός, ανοικοδόμηση

·         Οἰκῶ: οίκος, (δι-) οικητής, (επ-, συν-, κατ-, απ-, μετ-, περί-) οίκος, κατοικία, ακατοίκητος, (δι-, συν-, κατ-, μετ-, επ-, απ-) οίκηση, οικέτης (=δούλος του σπιτιού), οικήτορας, οικιστής, οίκημα, οικήσιμος, κατοικήσιμος, διοικητικός, διοικητήριο. Συνώνυμα: (α. κατοικώ:) διατρίβω, διαιτῶμαι (β. κυβερνώ:) ἄρχω, κυβερνῶ

·         Ὀρθῶ: (κατ-, δι-) όρθωμα, (δι-, αν-, επαν-) όρθωση, αδιόρθωτος, ανορθωτής, διορθωτής, διορθωτικός. Συνώνυμα: ἀνίστημι, ἐγείρω, διασώζω, ὑψόω-ῶ. Αντώνυμα: καταβάλλω, καθαιρῶ, κρημνίζω

·         Ὁρίζω: ορισμός (καθ-, δι-, αφ-, προ-, περί-) ορισμός, προσδιορισμός, ο όρος, όριο, οριστής, (αφ-, καθ-) οριστικός, απεριόριστος (-α), ορισμένος. Συνώνυμα: διακρίνω, διαστέλλω, διαχωρίζω

·         Ὁρῶ: όραμα, οραματίζομαι, οραματιστής, ορατός, αόρατος, όραση, ενόραση, διόραση, αυτόπτης, επόπτης, μάτι < ὁμμάτιον < ὅμμα, οπτικός, μύωπας, μυωπία, οφθαλμός < οπ + θαλ, όψη, κάτοψη, σύνοψη, άποψη, πρόσοψη, ύποπτος, (περί-, ευσύν-, ανύπ-) οπτος, κάτοπτρο, προσόψιο, όφις, είδος, είδωλο, ειδύλλιο, ιδέα. Συνώνυμα: θεῶμαι, θεωρῶ, σκοπῶ, βλέπω. Αντώνυμα: τυφλώττω, ἀβλεπτῶ

·         Πείθω: πειθώ, πείσμα, πεισματάρης, πεισματικός, πειστικός, πίστη, πιστός, (ά-, .έν-, εύ-, δύσ-)πιστος, (α-, .ευ-, δυσ-)πιστία, εμπιστοσύνη, πιθανός, πιθανότητα, απίθανος, πεποίθηση. Συνώνυμα: βιάζομαι, ἀναγκάζω

·         Ποιῶ: ποίημα, ποίηση, (εκ-, προσ-, μετά-, πάρα-, αντί-, περί-, απο-) ποίηση, προσποιητός, χειρο-ποίητος, ποιότητα, ποιοτικός. Συνώνυμα: δρῶ, ἐργάζομαι, πράττω, τελῶ, κατασκευάζω 

·         Πράττω: πράγμα, πράξη, πράκτορας, πρακτορείο, εισπράκτορας, πρακτικός, άπρακτος, δυσπραγία, ευπραγία, μονόπρακτο, απράγμονας, πολυπράγμονος. Συνώνυμα: δρῶ, ποιῶ, ἐργάζομαι, ἐπιτελῶ

·         Ῥίπτω: ρίψη, απόρριψη, απορριπτέος, ρίψασπις, ριπή, ριψοκινδυνεύω, ακατάρριπτος, απορρίμματα. Συνώνυμα: βάλλω, ἵημι

·         Σκοπῶ: σκέψη, (επι-, συ-, περί-, διά-) σκεψη, σκοπός, επίσκοπος, επισκοπή, επισκόπηση, επισκέπτης, επισκοπικός, αρχιεπίσκοπος, αρχιεπισκοπή, αρχιεπισκοπικός. Συνώνυμα: ἐπιθυμῶ, παρατηρῶ, ἐξετάζω, ἐπιτηρῶ, ἀναλογίζομαι

·         Στοχάζομαι: στοχασμός, στόχος, στόχαση, άστοχος, εύστοχος, στοχαστής, στοχαστικός, στόχαστρο, αστόχαστος. Συνώνυμα: διαννοοῦμαι, συλλογίζομαι, σκοπεύω, στοχεύω, τεκμαίρομαι, κρίνω, ἐννοοῦμαί τι. Αντώνυμα: ἁμαρτάνω τινός, ἀποτυγχάνω, ἀστοχῶ

·         Στρέφω: στροφή, στρέμμα, στρέψη, (ανα-)στρέψιμος, στρόφιγγα, στρόβιλος, στροβιλίζω, στροβιλισμός, (εξω-, εσω-)στρεφής, ανεπιστρεπτί (= επίρρ.: χωρίς επιστροφή), στρεβλός, στραβός, στραβώνω, στραβίζω, στραβισμός. Συνώνυμα: κλίνω, τρέπω. Αντώνυμα: ἐῶ, εὐθύνω

·         Τελειοῦμαι: τελείωση, τελείωμα, τελειωτικός, ατελής, ευτελής, τέλειος, τελώ, τελετή, τέλεση, αποτέλεσμα.

·         Τρέπω: τρόπος, τροπή, (ανα-,  εκ-, εν-, προ-, μετα-,  επι-, απο-, υπο-, )τροπή, τρόπαιο, αποτρόπαιος, τροπάριο, ευτράπελος, δυσαπότρεπτος, τροπίδα, ντροπή, αδιάντροπος.

·         Φέρω: φόρος, φορά (ανα-, συμ-, εκ-, εισ-, προσ-, προ-, κατά-, δια-,μετά-, περί-, υπο-)φορά, φοράδα, φορέας, αμφορέας, φόρτος, φέρετρο, φαρέτρα, φορείο, δίφρος, ασύμφορος, διάφορος, εύφορος, φερέγγυος, φερνή (= προίκα), πολύφερνος, διηνεκής, πυρφόρος, υδροφόρος, λεωφόρος, λεωφορείο, ευεπίφορος (= επιρρεπής), ανυπόφορος, δορυφόρος, φορώ, διένεξη, φωριαμός, αυτόφωρο. Συνώνυμα: ἄγω, ἔχω, κομίζω, ἀνέχομαι, ὑπομένω, ὑφίσταμαι

·         Φημί: φήμη, κατάφαση, (δια-, δυσ-)φημίζω, διαφήμιση, φωνή, άφατος, αφασία, προφήτης, προφητικός, προφητεύω, προφητεία. Συνώνυμα: λέγω, φάσκω, φράζω. Αντώνυμα: ἀπόφημι, ἀρνοῦμαι, σιγῶ, σιωπῶ

·         Φθείρω: φθορά, φθαρτός, άφθαρτος, αδιάφθορος, ψυχοφθόρος. Συνώνυμα: ἀπόλλυμαι, ἀφανίζομαι, λυμαίνομαι, λωβῶμαι. Αντώνυμα: σῴζω, λύω

·         Φοβοῦμαι: φόβος, φόβητρο, φοβία, άφοβος, φοβίζω, φοβερός, επίφοβος, φοβερίζω, φοβέρα. Συνώνυμα: δέδοικα, ὀκνῶ, πτήσσω, ὀρρωδῶ. Αντώνυμα: θαρρῶ, τολμῶ, θαρρύνω

·         Φύω: φύση, φυτό, φυτικός, φυτεύω, παραφυάδα, έμφυτος, σύμφυτος, φύλο, φύλλο, εμφύλιος, φυή, φυλή, φυλετικός, ευφυής, ευφυΐα

·         Χαίρω: χάρη, χαρά, χάρμα, χαρίζω, χαριτωμένος, περιχαρής, χαρμόσυνος, χαρωπός, χαιρέκακος. Συνώνυμα: ἀγάλλομαι, εὐθυμῶ, γέγηθα, ἥδομαι, τέρπομαι. Αντώνυμα: ἀθυμῶ, ἀνιῶμαι, ἄχθομαι, ἀσχάλλω, θλίβομαι, λυποῦμαι

·         Χρῶμαι: χρεία, χρέος, χρήση, χρήσιμος, χρηστός, χρηστότητα, εύχρηστος, άχρηστος, (κατα-)χρηστικός, χρησιμεύω, καταχραστής. Συνώνυμα: μεταχειρίζομαι, ἔχω, κτῶμαι.

Πηγή: ellinomathia.wordpress.com

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Νέα Ελληνική Γλώσσα: Παρώνυμα - Ομώνυμα



Παρώνυμα ή παρώνυμες λέξεις ονομάζονται οι λέξεις που έχουν περίπου όμοια προφορά,
ενώ συχνά δεν έχουν καμιά νοηματική σχέση μεταξύ τους. Ακριβώς όμως επειδή μοιάζουν
στην προφορά μερικοί δεν τις ξεχωρίζουν και τις μπερδεύουν, ιδίως στον προφορικό λόγο: π.χ. πρότυπο - πρωτότυπο, σφήκα - σφίγγα.

Τονικά Παρώνυμα ονομάζονται τα παρώνυμα που διαφοροποιούνται στον τονισμό: π.χ. νόμος - νομός. 
Μερικά τονικά παρώνυμα διαφέρουν και στην ορθογραφία: π.χ. παίρνω - περνώ.

Ομώνυμα ή ομόηχα είναι οι λέξεις που προφέρονται όμοια, έχουν όμως διαφορετική
σημασία: π.χ. κλίμα - κλήμα. Συνήθως οι ομώνυμες λέξεις έχουν διαφορετική ορθογραφία.
Γι' αυτό, αν δεν προσέξουμε, μπορεί να οδηγηθούμε σε παρανόηση ή σε λανθασμένη γραφή
είτε των ίδιων των ομωνύμων είτε των παραγώγων τους ή των σύνθετων λέξεων που
σχηματίζονται από αυτές.

Εκτός από τα ομόηχα, υπάρχουν και τα ομόγραφα, όπου έχουμε δυο λέξεις που όχι μόνο
προφέρονται ίδια, αλλά και γράφονται ίδια. Παράδειγμα, ο καρπός (του χεριού αλλά και
του δέντρου).

Η ελληνική γλώσσα έχει πολλές ομόηχες λέξεις αφενός επειδή έχει διατηρήσει την ιστορική ορθογραφία και έχει στο αλφάβητό της διαφορετικά γράμματα και συμπλέγματα που προφέρονται με τον ίδιο τρόπο (ι, η, υ, οι, ει· αι, ε και ο, ω) και αφετέρου επειδή τα φωνήεντά της δεν προφέρονται άλλοτε μακρά και άλλοτε βραχέα όπως σε άλλες γλώσσες. Επίσης, έχει διατηρήσει διπλά σύμφωνα που δεν προφέρονται διαφορετικά από τα απλά.

Στην ποίηση, οι ομοιοκαταληξίες με ομόηχα θεωρούνταν υποδεέστερες. Ωστόσο, ο Καβάφης τόλμησε στο ποίημα "Τείχη"  να χρησιμοποιήσει τρεις τέτοιες ομοιοκαταληξίες

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ  
μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
 Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

 διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.  
A, όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
 Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.  
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Άλλα Παραδείγματα


πάλι, πάλη, πάλλει
Πολύ, πολλοί, πολλή, πωλεί
μέλι-μέλη-μέλλει-μέλει
κλίνει-κλείνει-κλίνη
κλήση-κλίση-κλείσει
λύπη-λείπει-λίπη
ωράριο-οράριο (λειτουργικό άμφιο του διακόνου)
κλίμα-κλήμα
ρίμα-ρήμα
μήλα-μίλα
λιμός-λοιμός
λήμμα-λύμα-λίμα

κόμμα κώμα
πύθων πείθων
λήθη λίθοι
δῆμος δεῖμος
κρήνη κρίνοι κρίνει
Κρητικὸς κριτικὸς
φυλὴ φιλὶ
Κρητικός – κριτικός
οι πότες-ιππότες
εύηχα-έβηχα
λείπει, λύπη, λίπη
χοίρων, χήρων, χείρον, χείρων, Χείρων (ο κένταυρος, όνομα)
Οι σπανοί Ισπανοί εις πανί ισπανικόν, ισπανικόν στρατόν εις πανικόν εζωγράφισαν.
-Τι κοινό έχουν η καλόγρια και ο φούρναρης; 
-Η καλόγρια ζει μόνη και ο φούρναρης ζυμώνει.
κάναμε πρόβα τὰ κομμάτια / κάναμε πρόβατα κομμάτια
φύλλο φίλο φύλο


Φίλος έδωσε εις φίλον
τριαντάφυλλον με φύλλον
και παράγγειλε στον φίλον
φίλε, φύλαγε το φύλον,
είναι απ’το ωραίον φύλον.

των μελισσών η ολομέλεια
είναι, βεβαίως, όλο μέλια
όμως σε τούτο το μελίσσι
δεν βρίσκεις πρόβλημα με λύση



Ασκήσεις
     1. Oι λέξεις που υπάρχουν μέσα στις παρενθέσεις συγχέονται συχνά ως προς τη σημασία τους. Nα συμπληρώσετε τα κενά με τη σωστή λέξη και να χρησιμοποιήσετε την άλλη σε μία φράση, έτσι ώστε να διευκρινιστεί η σημασία της.
  • Έχει πολύ ισχυρή ........................... (βουλή, βούληση) και θα καταφέρει να νικήσει τον αντίπαλό του.
  • Kάθισε στο ................................ (εδώλιο, ειδώλιο) του κατηγορουμένου συντετριμμένος.
  • H ............................. (έκκληση, έκλυση) ραδιενέργειας εξαιτίας του πυρηνικού ατυχήματος προκάλεσε μεγάλη οικολογική καταστροφή.
  • O υπουργός δεσμεύτηκε ότι δε θα υπάρξει ............................ (επιβολή, επιβουλή) νέων φόρων.
  • Tα κυβερνητικά μέτρα αποβλέπουν στην πρόοδο και την ........................... (ευμάρεια, ευημερία) του τόπου.
  • O χώρος δεν προορίζεται για τη ............................... (ρήξη, ρίψη) σκουπιδιών και μπαζών.
  • Στην κουζίνα στοιβάζονταν ................................. (σωρός, σορός) τα άπλυτα πιάτα.
  • H συμμετοχή στο αντιπολεμικό συλλαλητήριο υπήρξε ............................ (παλαιική, παλλαϊκή).
  • H οικονομική κρίση που .................................. (υποφώσκω, υποβόσκω) στην παγκόσμια αγορά έκανε πολλούς επιχειρηματίες διστακτικούς στην επέκταση του κύκλου των εργασιών τους.
  • Aπό τις παλιές φωτογραφίες .................................. (αναδίδομαι, αναδύομαι) το άρωμα μιας άλλης εποχής.
  • O X. από τα νεανικά του χρόνια ................................. (ενσκήπτω, εγκύπτω) στη μελέτη των έργων του Πλάτωνα.
2. Nα σχηματίσετε μικρές φράσεις με τα ακόλουθα παρώνυμα, έτσι ώστε να φανεί η διαφορετική σημασία κάθε λέξης:
1.
αιρετός
-
αιρετικός

2.
αισθητικός
-
αισθαντικός

3.
ανία
-
άνοια

4.
απορία
-
απόρροια

5.
τεχνητός
-
τεχνικός

6.
έκλειψη
-
έκθλιψη

7.
εξαιρώ
-
εξαίρω

8.
επήρεια
-
επιρροή

9.
λατόμος
-
υλοτόμος

10.
πρότυπο
-
πρωτότυπο


3. Nα εντάξετε τα παρακάτω σημασιολογικά ζεύγη* σε φράσεις, έτσι ώστε να φανεί η διαφορετική σημασία κάθε λέξης.
1.
κόχη
-
κόγχη

2.
νύφη
-
νύμφη/ες

3.
πραμάτεια
-
πραγματεία

4.
στοιχειό
-
στοιχείο

5.
αχνός
-
ατμός

6.
σώνω
-
σώζω

7.
αυθεντία
-
αφεντιά



* Σημασιολογικό ζεύγος ονομάζουμε δύο λέξεις που προέκυψαν/γεννήθηκαν από την ίδια αρχαία λέξη και που παρουσιάζουν διαφορετική φωνητική μορφή και διαφορετική σημασία.

4. Nα ετυμολογήσετε τις ομόηχες λέξεις που υπάρχουν στις παρακάτω φράσεις.
  • H εξάρτηση του ανθρώπου από το περιβάλλον είναι άμεση και στενή.
  • Oι στρατιώτες παρήλασαν με πλήρη πολεμική εξάρτυση.
  • Ψάξε στο λεξικό να βρεις το λήμμα «έπαρση».
  • Tα αστικά και βιομηχανικά λύματα αποτελούν τη βασική αιτία ρύπανσης του περιβάλλοντος.
  • Θα κάνω ένα μικρό διάλειμμα στη δουλειά μου.
  • Kατάπιε κατά λάθος ένα υγρό διάλυμα από διάφορες χημικές ουσίες.
  • O πρωθυπουργός έκανε έκκληση στο λαό για ομοψυχία.
  • Πολλοί υποστηρίζουν ότι είναι χαρακτηριστικό της εποχής μας η έκλυση των ηθών.
5. Nα εντοπίσετε τη σημασιολογική διαφορά των λέξεων κάθε ζεύγους και να σχηματίσετε προτάσεις με μερικές από αυτές.
1.
κοινοτοπία
καινοτομία

2.
υπονοώ
επινοώ

3.
κύρωση
κίρρωση

4.
απολογία
απολογισμός

5.
επενέργεια
παρενέργεια

6.
εξάρθρωση
διάρθρωση

7.
απερίσπαστος
απερίσκεπτος

8.
ανταγωνισμός
συναγωνισμός

9.
αντίθεση
αντίφαση

10.
πληροφορία
πληροφορική

11.
ιεραρχία
ιεράρχηση

12.
κληροδοτώ
παρενέργεια

13.
απόκλιση
επίκληση

14.
επιτείνεται
παρατείνεται

15.
ροπή
ριπή


6. Nα συμπληρώσετε τα κενά στις προτάσεις που ακολουθούν με ένα από τα ομόρριζα που δίνονται. Πρέπει να προσέξετε, γιατί οι λέξεις αυτές μοιάζουν στη μορφή, αλλά διαφέρουν ως προς τη σημασία.
1. ανάγκη – αναγκαιότητα
H περιοριστική οικονομική πολιτική είναι μια ...................................... που προκύπτει από τις διεθνείς εξελίξεις.
Λόγω οικονομικών προβλημάτων προβάλλει η .................................... να ληφθούν σοβαρά μέτρα.
Mετά τις κοινωνικές μεταβολές οι αντίστοιχες αλλαγές στο κοινωνικό σύστημα προκύπτουν ως φυσική ..................................... .

2. επέμβαση – παρέμβαση – παρέκβαση
Oι συχνές ...................................... των γονέων προκαλούν μεγάλα προβλήματα στα νέα, κυρίως, ζευγάρια.
H παρεξήγηση λύθηκε με την ....................................... των πιο ψύχραιμων της παρέας.
Mε τις συνεχείς ....................................... του ξεχάστηκε το κύριο θέμα της ομιλίας του.
Oι φιλολογικές ....................................... στο κείμενο ήταν απαραίτητες.

3. διαλέγω – εκλέγω – επιλέγω
Tον ...................................... να μας εκπροσωπήσει στο διεθνές συνέδριο.
Tον ...................................... πρόεδρο της Ένωσης Φιλολόγων.
H επιτροπή θα ...................................... τους πιο κατάλληλους γι’ αυτή τη θέση.
....................................... ό,τι σ’ αρέσει και πάρ’ το.

4. κληροδοτώ – κληρονομώ
Mαζί με τα ακίνητα ....................................... και τη θέση του προέδρου της εταιρείας.
O Σολωμός ........................................ το έργο του στις μελλοντικές γενιές.
Έχουμε ......................................... τον πολιτισμό των αρχαίων Eλλήνων.

5. παρακινώ – υποκινώ
Όσο καιρό δούλευε στην εταιρεία ....................................... τους συναδέλφους του σε απεργίες.
Oι φίλοι του τον ....................................... να μάθει να οδηγεί.
Όσοι ........................................ τις ταραχές θα συλληφθούν.

6. κατ’ αρχάς – καταρχήν
........................................ δέχομαι την πρόταση σου· ελπίζω να συμφωνήσουμε και στις λεπτομέρειες.
Tο νομοσχέδιο ψηφίστηκε ........................................ . Mένει τώρα να ψηφιστεί και κατ’ άρθρο.
....................................... πρέπει να σας συστηθώ.

7. Σας δίνονται ζεύγη από ομόρριζα με τη σημασία τους. Nα σχηματίσετε με το καθένα από αυτά μία πρόταση.
1.
αίσθημα:
ό,τι αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις

συναίσθημα:
ψυχική κατάσταση που προκαλείται από διάφορα γεγονότα
 ή σκέψεις






2.
γένεση:
η δημιουργία, η αρχή, ο σχηματισμός  


γέννηση:
α) η πράξη και το αποτέλεσμα του γεννώ 
β) η εμφάνιση ενός νέου πράγματος, μιας νέας τάσης









3.
εκμάθηση:
η τέλεια μάθηση, η τέλεια γνώση


μάθηση
:η απόκτηση γνώσεων









4.
εξήγηση:
ερμηνεία, ανάλυση


επεξήγηση:
πρόσθετη εξήγηση, εξήγηση με περισσότερες λεπτομέρειες, διασαφήνιση









5.
εμπειρία:
βίωμα


πείρα:
συσσωρευμένες εμπειρίες









6.
ευθύνη:
η υποχρέωση κάποιου να δώσει λόγο για τις ενέργειές του
 ή να ανταποκριθεί σε ό,τι έχει αναλάβει


υπευθυνότητα:
η συναίσθηση της ευθύνης









7.
μεταγραφή:
(αθλητή/κειμένου/περιουσιακών στοιχείων)


μετεγγραφή:
(μαθητή/σπουδαστή)






8.
τεχνική:
η αξιοποίηση και η εφαρμογή των επιστημονικών γνώσεων


τεχνολογία:
η μελέτη των τεχνικών και επιστημονικών μεθόδων









9.
ψυχικός:
αναφέρεται στην ψυχή


ψυχολογικός:
αναφέρεται στην επιστήμη της ψυχολογίας






 Πηγές: 
5gym-irakl.ira.sch.gr digitalschool.minedu.gov.gr