Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Σύντομα Διηγήματα: "Το σκαμνάκι" της Μαρίας Παπαστρατάκου-Μυλωνάκου

Το σκαμνάκι
Μαρία Παπαστρατάκου-Μυλωνάκου



Ο χρόνος συνεχίζοντας το αιώνιο και ακούραστο ταξίδι του μας αφήνει πίσω του να ζούμε με τις νοσταλγικές αναμνήσεις μας.
Αλοίμονο όμως στον άνθρωπο, που δεν έχει αναμνήσεις.
Αλοίμονο σ' αυτόν, που τα παιδικά του βιώματα έμειναν κάπου, πολύ μακριά ξεχασμένα.
Αλοίμονο σ' εκείνον, που οι πρώτες του αναμνήσεις δεν έρχονται να ταράξουν τα στάσιμα νερά της λήθης.
Αλοίμονο αν οι νοσταλγικές αναδρομές δεν έρθουν σαν μυροβόλο αεράκι να σε δροσίσουν και να σε αναζωογονήσουν.
— Ε, κουρασμένε από τη ζωή στρατοκόπε, σταμάτα για λίγο στο διάβα σου και θυμήσου το τότε!
Άφησε τις παιδικές σου αναμνήσεις σαν μαγευτικές νεράιδες να χορέψουν για λίγο μπροστά σου στο δικό τους ρυθμό.
Νιώσε τη ζωογόνο αύρα των χρόνων εκείνων και κάνε το ρυτιδωμένο από τα βάσανα της ζωής πρόσωπο σου να γαληνέψει.
Τα τωρινά σου κλειστά χείλη ας δώσουν τη θέση τους σ' ένα αγνό διάπλατο μειδίαμα.
Προσπάθησε να ξανανιώσεις και να γίνεις πάλι παιδί έστω με τη σκέψη.
Έτσι κι εγώ βυθίζοντας τη σκέψη μου στο απέραντο περιβόλι των αναμνήσεων και τι δεν θυμάμαι...
Δεν ξέρω γιατί, κάθε χρόνο τέτοια εποχή, Σεπτέμβριο μήνα, με το άνοιγμα των σχολείων, μου έρχεται στο νου αυτή η θύμηση.
Winslow Homer (1836-1910), Ένα σχολείο του χωριού (Αγροτικό σχολείο). 1871. St. Luis Art Museum.
Η ιστορία αυτή, που είναι προσωπική μου εμπειρία, συνέβη πριν πολλά χρόνια, τότε που τα παιδιά αμέριμνα και ξυπόλητα, ξέγνοιαστα και πεινασμένα γυρνούσαν
στις γειτονιές, στους δρόμους και στα χωράφια, χωρίς τους φόβους και του κινδύνους, που διατρέχουν τα σημερινά παιδιά.
Τότε, που τα χρόνια εκείνα ήσαν τόσο πλούσια σε... φτώχεια!
Έτυχε να είμαι το μεσαίο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας και όταν ερχόταν ο «άγιος Σεπτέμβριος» κάθε πρωί τα μεγαλύτερα αδέρφια μου έφευγαν για το σχολείο.
Δεν πέρασαν πολλές ημέρες και η ζήλια φώλιασε μέσα μου.
— Γιατί να μην πηγαίνω κι εγώ μαζί τους; Αγράμματη θα έμενα: Η λέξη «σχολείο» με σαγήνευε και με τραβούσε σαν πόλος έλξης.
Δεν άργησα να βάλω σ' εφαρμογή το σχέδιο μου και ψάχνοντας βρήκα ένα παλιό αναγνωστικό της Α' τάξης, κάπου παραπεταμένο.
Το περιφρονημένο και χιλιοταλαιπωρημένο εκείνο βιβλίο ήταν για μένα ο κόσμος όλος. Ήταν το αλφαβητάριο της εποχής εκείνης.
Τα εξώφυλλα του ήσαν σχισμένα. Μέσα του, όμως, υπήρχαν όλα τα γράμματα, όλες οι λέξεις, όλες οι σοφίες του κόσμου, όλες οι επιστήμες, που θα με ανέβαζαν στον ουρανό.
Με τον ανεκτίμητο αυτό θησαυρό μου υπομάλης ξεκίνησα μια ημέρα χοροπηδώντας και τραγουδώντας για το σχολείο.
Νόμιζα πως ο ναός του πνεύματος με περίμενε για να μου δώσει τα φώτα του. Πότε έφθασα, δεν το κατάλαβα. Πρόφθασα πριν χτυπήσει το κουδούνι για την πρωινή προσευχή και χάθηκα σε ένα πλήθος από παιδιά. Ακολουθώντας τα πιο μικρά μπήκα κι εγώ εντελώς ανέμελα στην αίθουσα Α! και Β! Τάξης και επειδή ήμουν μικρή και κοντούλα, για να μην μου ξεφεύγει τίποτα, κάθησα στο πρώτο θρανίο. Τα θρανία της εποχής εκείνης ήσαν ξύλινα και μεγάλα, ώστε να κάθονται τέσσερα παιδιά.
Σπρώχνοντας με προς την άκρη βρέθηκα με το ένα πόδι στο θρανίο και το άλλο να πατά στο τσιμεντένιο δάπεδο. Καθόλου δεν με πείραζε αυτό. Αρκεί που ήμουν κι εγώ εκεί στο ναό της σοφίας, αρκεί που θα μάθαινα κι εγώ γράμματα. Στους ουρανούς πετούσα και αναλογιζόμουν το μεσημέρι που θα γύριζα στο σπίτι μου φορτωμένη με τόσες γνώσεις.
Δεν άργησε να μπει η δασκάλα, που μπροστά μου φάνταξε σαν γίγαντας, αν και ήταν κοντή, αλλά για μένα ήταν το ίνδαλμά μου, ήταν ο ζωοδότης Ήλιος, που θα φώτιζε τη ζωή μου.
Το έμπειρο μάτι της στράφηκε επάνω μου (αφού τα μαθήματα είχαν ξεκινήσει μερικές ημέρες πριν) και με ύφος λίγο γελαστό, λίγο αυστηρό με ρώτησε:
— Τι θέλεις, εσύ, εδώ; Γιατί ήρθες;
— Ήρθα να μάθω γράμματα, ήταν η απάντησή μου.
— Μα είσαι μικρή και δεν είσαι γραμμένη στο Μαθητολόγιο. Του χρόνου θα έρθεις κανονικά. Δεν βλέπεις που δεν χωράς και κινδυνεύεις να πέσεις από το θρανίο;
(Λες και με ένοιαζε εμένα αν ήμουν ή δεν ήμουν γραμμένη στο Μαθητολόγιο ή αν θα έπεφτα από το θρανίο).
— Αφού όμως ήρθες, κάθησε για σήμερα. αλλά αύριο να μην έρθεις.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τότε δεν λειτουργούσαν νηπιαγωγεία και τα παιδιά πρωτοπήγαιναν στο σχολείο στα έξι τους χρόνια. Κι εγώ, δυστυχώς, τότε ήμουν πέντε ετών.
Τι έμαθα την πρώτη ημέρα δεν θυμάμαι. Εκείνο όμως που δεν ξεχνώ ποτέ μου είναι ότι κατά την επιστροφή μου στο σπίτι δεν πατούσα στη γη, νόμιζα πως είχα φτερά και πετούσα στον αέρα, είχα γίνει ουρανοβάμων. Μάλιστα το απόγευμα εκείνο με κλάματα υποχρέωσα τη μητέρα μου να μου φτιάξει μια τσάντα από πανί, που το ύφαινε τα βράδια και τις νύχτες στον αργαλειό, για να ντύσει παιδιά και σπίτι.
Τώρα η χαρά μου ήταν ανείπωτη και η αγάπη μου για το σχολείο κορυφώθηκε, αφού μέσα σ' εκείνη την πάνινη τσάντα με τα δυο χερούλια θα στέγαζα τα άρματα μου, βιβλίο, μολύβι, τετράδιο.
Εκεί μέσα θα ήταν προστατευμένα τα όπλα μου, όλα μου τα μικρά παιδικά όνειρα και δεν θα επέτρεπα σε κανένα να μου τα πειράξει.
Αναλογίζομαι ότι αν έκανε την παρουσία της τώρα εκείνη η πάνινη τσάντα, με πόση περιφρόνηση θα την κοιτούσαν οι σημερινές υπέροχες σχολικές σάκες.
Μάλιστα σκόπευα σε λίγες ημέρες να ζητήσω από τους γονείς μου να μου αγοράσουν και πλάκα με κοντύλι. Στη μια γραμμωτή επιφάνεια της πλάκας θα έγραφα γραμματάκια, λεξούλες και αριθμούς. Στην άλλη επιφάνεια θα ζωγράφιζα... λουλούδια, παιδάκια, σπίτια, δέντρα, ό,τι μου ερχόταν στον νου. Όλον τον κόσμο θα ζωγράφιζα, αφού μάλιστα θα είχα την πολυτέλεια να δέσω και σφουγγάρι με μια κλωστή στην πλάκα. Έτσι, θα έγραφα και θα έσβηνα όλα τα καλά, που έδωσε ο Θεός στον κόσμο. Άραγε, θα μου αγόραζαν εύκολα άλλο κοντύλι όταν σωνόταν; Και η φαντασία μου οργίαζε.
Γεμάτη όνειρα, φορτωμένη με ελπίδες και τρισευτυχισμένη έπεσα να κοιμηθώ με την τσάντα δίπλα στο προσκέφαλο μου. Έπρεπε να την προστατεύσω. Τόσα έκρυβε για μένα!
Ατέλειωτος αιώνας μου φάνηκε η νύχτα εκείνη!
Την επόμενη ημέρα δεν έφυγα μόνη μου για το σχολείο, αλλά μαζί με τα μεγαλύτερα αδέλφια μου, τα οποία με πείραζαν και με μάλωναν να γυρίσω πίσω στο σπίτι. Εγώ, όμως, βιαζόμουν και στα άλλα παιδιά να δείξω την καινούργια μου τσάντα, αλλά και στη δασκάλα να πρωτοτυπήσω.
Η προειδοποίηση της να μην ξαναπάω εκεί, που αυτή ιερουργούσε, καθόλου δεν με άγγιζε. Αφού δεν χωρούσα στο θρανίο, υπήρχε κι άλλος τρόπος να χωρέσω στην αίθουσα διδασκαλίας.
Οι μικροί πολλές φορές σοφίζονται πράγματα τολμηρά, που ίσως δεν μπορούν να τα φανταστούν οι μεγάλοι, γιατί τους διέπει η λογική.
Έτσι κι εγώ, με το πεντάχρονο μυαλό μου, σκέφθηκα να πάρω μαζί μου ένα ωραίο σκαμνάκι, που είχαμε στο σπίτι μας για να κάθονται τα μικρότερα αδέλφια μου.
Κατά τη διαδρομή μου φάνηκε τόσο ελαφρό, αν και πρέπει να αγκομαχούσα, γιατί η απόσταση ήταν αρκετή. (Τότε τα παιδιά πήγαιναν με τα πόδια στο σχολείο και όχι με αυτοκίνητο).
Μπαίνοντας στην τάξη τοποθέτησα το μικρό κάθισμα μου στο εμπρός μέρος του ενός διαδρόμου, που σχημάτιζαν τα ογκώδη θρανία. Ήθελα, βλέπεις, να είμαι και μπροστά για να βλέπω στον πίνακα και ν' ακούω ό,τι πιο ωραίο θα μπορούσε να προσφερθεί κατά τη διδασκαλία.
Έλα όμως που τώρα συγκέντρωσα πιο πολύ την προσοχή της κυρα-δασκάλας και της άναψαν τα λαμπάκια;
Αγρίεψε, νευρίασε, κοκκίνησε και σαν μαινόμενος ταύρος, με τεντωμένη την καρωτίδα της, γιατί ήταν αδύνατη, όρμησε επάνω μου και μου έβαλε τις φωνές.
— Πάλι ήρθες; Δεν σου είπα χθες να μην ξανάρθεις;
Ζαρωμένη στη θέση μου άρχισα να ψελλίζω.
— Κυρία, έφερα και το σκαμνάκι μου και δεν θα πιέζω τα παιδιά στο θρανίο. Σας παρακαλώ, αφήστε με κι εμένα να μάθω γράμματα. Κοιτάτε, έχω και τσάντα.
Δεν ξέρω τι την έκανε κι άρχισε να γλυκαίνει τον τόνο της φωνής της.
— Μα, παιδί μου, είσαι άγραφη και ο νομός δεν σου επιτρέπει να έρχεσαι στο σχολείο, θα έρθεις του χρόνου, που θα γίνεις έξι ετών. Τώρα δεν μπορείς.
— Ε, τότε να γραφτώ. Τόλμησα και απάντησα.
— Δεν γίνεται, δεν γράφονται παιδιά τόσο μικρά, σαν εσένα. Απαγορεύεται, κατάλαβες;
Τι να καταλάβει ένα παιδί της ηλικίας αυτής και νόμους και ποια λογική μπορεί να έχει; Μόνο το δικό του θέλει να γίνεται.
— Έπειτα, με εμποδίζεις. Δεν μπορώ να περάσω στον διάδρομο και να ελέγξω τι γράφουν τα παιδιά. Πάλι αγρίεψε.
Σαν κοφτερός αμφίστομος πέλεκυς έπεσε πάνω στο κεφάλι μου η βροντερή φωνή της. Κι εγώ, που περίμενα η καλή μου δασκάλα να προσέξει το πρωτότυπο κάθισμα μου, την ωραία μου τσάντα και να πει δυο καλά λογάκια, εισέπραξα φωνές και απειλές.
Πρέπει να κατάλαβε την αμηχανία, τη μεγάλη στενοχώρια και την αβάσταχτη πίκρα μου, (ένα παιδί δεν κρύβει εύκολα την αλλαγή της συναισθηματικής του κατάστασης) και σε χαμηλότερους τόνους φωνής μου λέει:
— Ε, άντε, αφού ήρθες και σήμερα μείνε, μόνο τράβηξε το σκαμνί σου στην άκρη, για να μπορώ να περνώ. Αύριο όμως δεν θα έρθεις. Πρόσεξε καλά. Άκουσες τι σου είπα; Εντάξει;
Σιωπή προς απάντηση. Τι να έκανα; Μπορούσα ν' αντιταχθώ;
Αύριο είναι μια άλλη ημέρα. Έχει ο Θεός. Κάτι θα σκεπτόμουν.
Με συγκρατημένη αισιοδοξία που θα παρέμενα κι αυτή τη φορά, παρακολούθησα ό,τι έλεγε κοιτάζοντας την κατάματα, για να μην μου ξεφύγει τίποτα. Ας με μάλωσε. Εγώ την λάτρευα, την έβλεπα σαν επίγεια θεά. Αυτή, γιατί με έδιωχνε;
Όταν μεγάλωσα κατάλαβα πως η δασκάλα έκανε πολύ σωστά τη δουλειά της, ο νόμος ήταν σαφής κι εγώ δεν είχα καμιά θέση στο σχολείο τη χρονιά εκείνη.
Τότε τι μπορούσα να καταλάβω από νόμους;
Έλα όμως που δεν το έβαζα κάτω εύκολα;
Από μικρή δεν απελπιζόμουν σε κάθε αποτυχία.
Ανάλογα με τις δυνάμεις μου και με την πενιχρή παιδική μου ευστροφία, αμυνόμουν, αντιδρούσα, προσπαθούσα κι αν χρειαζόταν παρέμενα μάχιμη στην πρώτη γραμμή.
Όλη τη νύχτα δυο δυνατές φωνές πάλευαν μέσα μου, πασχίζοντας ποια θα βγει νικήτρια.
— Θα ξαναπάς; Δεν φοβάσαι τις φωνές και τις απειλές;
— Γιατί δείλιασες; Που πήγε η λατρεία σου για το σχολείο; Προχώρα!
Είναι αλήθεια πως όταν σημαδεύει κανείς το στόχο του, δεν πρέπει να αφήνει τα βέλη του να σκουριάσουν.
Ο δικός μου ο στόχος ήταν το σχολείο, που σαν μαγνήτης με τραβούσε κοντά του.
Με το ξημέρωμα ξεδιάλυνε και η απόφαση μου.
Κρατώντας με το ένα χέρι την τσάντα και με το άλλο το σκαμνάκι, πήρα το δρόμο για εκεί, όπου τα βήματα μου με έσπρωχναν και με οδηγούσαν.
Μπερδεύτηκα στο σμήνος των παιδιών —πρέπει να είχε τότε το σχολείο αυτό περισσότερους από 300 μαθητές— και βρέθηκα πάλι στην αίθουσα της Α! και Β! τάξης.
Τώρα ήξερα πολύ καλά πού θα καθόμουν, ώστε να μην εμποδίζω και να μην ενοχλώ κανέναν, ούτε τα παιδιά, ούτε τη δασκάλα.
Στη γωνία, που ήταν απέναντι από την πόρτα, υπήρχε ένας τεράστιος τρίποδας, που πάνω του στηριζόταν ένας μεγάλος μαύρος πίνακας. Εκεί στη γωνιά, πίσω από τον πίνακα και ανάμεσα σε τρία πόδια, βρήκα τη θέση μου εγώ και το σκαμνάκι μου. Μόνο που από τη σκοπιά αυτή δεν μπορούσα να δω τα γράμματα και τους αριθμούς του μαυροπίνακα, αλλά μόνο θα άκουγα.
Μου αρκούσε έστω κι αυτό. Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω προς το παρόν; Ίσως η καλή μου κυρία, μπρος στη μεγάλη μου επιμονή να εκάμπτετο και να υποχωρούσε.
Βλέπεις, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
Η σκέψη ότι βολεύτηκα τόσο καλά χωρίς να ενοχλώ κανέναν, με πιθανόν και η δασκάλα να μην πρόσεχε καθόλου την απόμερη φωλιά μου, με γέμιζε αφάνταστη χαρά.
Από την κρυφή για μένα εκείνη σκοπιά θα μπορούσα να ρουφήξω όλα τα νάματα των γνώσεων, που θα πρόσφερε εκείνη.
Πόσο έξω έπεσα! Πόσο γελάστηκα!
Από την πόρτα, το κυρίαρχο μάτι, που δέσποζε σε όλη την τάξη, έπεσε επάνω μου, με παρατήρησε μειδιώντας στην αρχή και κατόπιν ξέσπασε σε τόσο δυνατά γέλια, που συνεχώς γελούσε κι έπιανε την κοιλιά της μην μπορώντας να κρατηθεί.
Μαζί της όμως ξεκαρδίστηκαν κι όλα τα παιδιά και όλα τα πρόσωπα στραμμένα επάνω μου γελούσαν τόσο έντονα, που μου φάνηκε ότι γελούσαν και από τις άλλες αίθουσες και ότι σειόταν όλο το κτίριο. Νόμιζα πως τα τζάμια έτριζαν και τα χέρια χτυπούσαν ακατάπαυστα επάνω στα θρανία.
Σωστός σεισμός!
Αυτό ήταν! Ό,τι δεν κατάφεραν οι αρχικές συμβουλές και τα μετέπειτα απειλητικά λόγια της δασκάλας, το επέτυχαν εκείνα τα τρανταχτά γέλια, που νομίζω πως και τώρα ακόμη αντηχούν δυνατά στ' αυτιά μου. Ήμουν ο στόχος. Μία εγώ, πολλοί οι άλλοι. Δεν έπρεπε τη στιγμή αυτή ν' αφήσω τον εαυτόν μου να ταπεινωθεί, δεν έπρεπε να κλάψω, θα με κατασπάραζαν περισσότερο. Έπρεπε να μείνω εκεί δυνατή, αγωνιστική και θαρραλέα στην παλαίστρα.
Αλλά όλα μέσα μου αναποδογυρίστηκαν.
Ο κόσμος όλος γκρεμίστηκε, ο ουρανός κατέβηκε απότομα στη γη κι εγώ βρέθηκα συμπιεσμένη ανάμεσα τους.
Στραπατσαρισμένη ψυχικά, διαλυμένη συναισθηματικά, αφού ήμουν εντελώς ανυπεράσπιστη, σηκώθηκα σιωπηλά και με κάποια αξιοπρέπεια έφυγα από την μισάνοιχτη πόρτα, σέρνοντας πίσω μου τα συντρίμμια μου, τα κουρέλια μου, σκαμνί και τσάντα.
Αυτά τα δυο άψυχα αντικείμενα στη μεγάλη μου συντριβή νόμισα πως ξαφνικά πήραν ζωή και δύναμη και με παρηγορούσαν.
Με ματωμένη την ψυχή και πλημμυρισμένη από απέραντη θλίψη γύρισα στο σπίτι μου άδεια, χωρίς νου, χωρίς όνειρα, δίχως γνώσεις και μόνο τα τρανταχτά και σπαρταριστά γέλια με ακολουθούσαν. Τόσα όνειρα γιατί πήγαν χαμένα;
Το μόνο που θα επιθυμούσα μετά το πάθημα μου αυτό ήταν η λήθη. Πόσο θα ήθελα ο μαγικός Μορφέας με τη γλυκιά φωνή του να με καλούσε κοντά του και ξεχασμένη στην αγκαλιά του να ονειρευόμουν πως εγώ και το σκαμνάκι μου βρισκόμαστε αμέριμνοι σ' εκείνη την αίθουσα! Ίσως με τον ύπνο να ξεχνούσα τη σκληρή πραγματικότητα και τα συναισθήματα, που ήσαν τόσο έντονα και βαριά.
— Αχ, κυρα-δασκάλα! Συνεπαρμένη από την εικόνα της στιγμής δεν σκέφθηκες τι μεγάλο κακό μπορούσες να κάνεις σε ένα μικρό παιδί και ξέχασες για λίγο, συ, η τόσο καλή και μεθοδική, αυτά που η παιδωγική σου δίδαξε.
Δεν θυμήθηκες πως λέγοντας μια καλή κουβέντα, έναν έπαινο, ή απλά: «σ' αγαπώ, αλλά είσαι μικρή ακόμη» σε ένα πεντάχρονο παιδί θα διοχέτευες μέσα του ένα τεράστιο φορτίο πνευματικής και συναισθηματικής τροφής!
Αν και ο νόμος ήταν με το μέρος σου, δεν φρόντισες να μην κατασπαράξεις μια αθώα παιδική καρδιά.
Το δίκιο σου μεγάλο, μα και το λάθος σου ακόμη μεγαλύτερο.
Άραγε να σε βασάνισε καθόλου τις επόμενες ημέρες;
Ο δικός μου πόνος να χτύπησε ποτέ την πόρτα στα θολά διαμερίσματα της μνήμης σου. εκεί όπου ήσαν στοιβαγμένες οι εμπειρίες της ζωής σου; Ίσως και να το ξέχασες τελείως.
Κάποια μικρούλα όμως δεν το λησμόνησε και η θύμηση του την έκανε να περιγράψει τώρα αυτή της την ανάμνηση.
Δεν είναι λίγες οι φορές που συλλογίζομαι πως και η περιπέτεια μου αυτή δεν έγινε αιτία να μισήσω εκείνο που τόσο ποθούσα.
Αντίθετα, την επόμενη χρονιά βρέθηκα πάλι στο σχολείο, αλλά νομότυπη πια. Ίσως ήταν θέλημα Θεού να μάθω γράμματα και να πραγματοποιηθεί έτσι το μεγάλο παιδικό όνειρο μου.
Η δασκάλα αυτή δεν ζει σήμερα και η ταπεινή μου ανάμνηση ας αποτελέσει ένα μνημόσυνο για την ψυχή της.
Τούτο το περιστατικό συχνά μου το θύμιζε ένα αξιαγάπητο και αξέχαστο γειτονάκι μου, που αυτό πήγαινε τότε στη Β! τάξη, ενώ εγώ ήμουν... παράνομη και παρείσακτη. Σε άλλο διήγημα θα ασχοληθώ με τη μάνα του παιδιού αυτού και τα βάσανα της που φορτωμένα στους ώμους της τα κουβάλησε εδώ, διωγμένη από τη Μικρασία.
Νομίζω ότι η κάθε αναδρομή σε ό,τι βρίσκεται θαμμένο στους απέραντους κάμπους του χρόνου, είναι συγκινητική και επιβάλλεται η επιστροφή της σκέψης στο τότε!
Οι μνήμες αυτές δεν πρέπει να φθείρονται, αλλά να διατηρούν την ομορφιά και την αξία των χρόνων εκείνων.
Δεν πρέπει ν' αφήνουμε το σκληρό και αδυσώπητο χρόνο να καταβάλλει την ψυχή μας και το πνεύμα μας, αλλά να διατηρούμε ό,τι ωραίο, σπάνιο και ανεπανάληπτο μας έδωσε η ζωή. 

Από το περιοδικό ΜΟΡΙΑΣ, τεύχος 56, σσ 21- 25
Πηγή:  www.mikrosapoplous.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου