Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Λεξιλόγιο Αρχαίων Ελληνικών - Π -


Pi uc lc.svgπάθος = πάθημα, συμφορά, ατύχημα.
παιδεύω = εκπαιδεύω.
παμπληθής = πάρα πολύς.
πανδημ(ε)ί = με όλο το λαό ή τον στρατό.
παντάπασιν = εντελώς.
πανταχῇ = παντού.
πανταχόθεν= από παντού.
παντελής = τέλειος, ολόκληρος, πλήρης.
παραβάλλω = συγκρίνω, τοποθετώ.
παραγγέλλω = διατάζω, αναγγέλλω.
παραγίγνομαι = παρευρίσκομαι, φθάνω.
παράγω = παρασύρω, οδηγώ πλησίον.
παρακαλέω-ῶ = προσκαλώ, παρακινώ./// παρακαλοῦμαι = επικαλούμαι, προτείνω.
παρακατοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει πλησίον κάποιου.
παραλλάττω = μεταβάλλω, αλλοιώνω.
παραλύω = λύνω, καταλύω, ελευθερώνω.
παραπλέω = πλέω παραλιακά, παραπλεύρως.
παρασκευή = (πολεμική) ετοιμασία.
παραυτίκα = αμέσως.
πάρειμι (< παρά+εἰμί) = είμαι παρών.
παρέρχομαι = διέρχομαι πλησίον. /// παρέρχομαί τινα = παραβλέπω κάποιον.
το παρεληλυθός = το παρελθόν.
οἱ παριόντες = οι ρήτορες, οι διαβάτες.
παρέχω = δίνω, προξενώ, παράγω.
παρέχω πράγματα = ενοχλώ.
τοιοῦτον ἐμαυτόν παρέχω = δείχνω τέτοια διαγωγή.
παρίσταταί τινι = έρχεται στο νου κάποιου.
παροικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον.
παροινία = συμπεριφορά μεθυσμένου.
παρρησιάζομαι = μιλώ ελεύθερα.
πάσχω = παθαίνω, υποφέρω, τιμωρούμαι.
εὖ  πάσχω = ευεργετούμαι. /// κακῶς πάσχω = κακοποιούμαι.
πατρῷος = ο ανήκων στον πατέρα./// τά πατρῷα = πατρική κληρονομιά.
παύω = παύω, διακόπτω, τελειώνω.
πεδίον = πεδιάδα.
πειράω-ῶ = δοκιμάζω, επιχειρώ./// πειρῶμαι = δοκιμάζω, προσπαθώ, επιτίθεμαι.
πένης = φτωχός, άπορος, στερημένος.
περιάγω = περιφέρω.
περιαιρέω-ῶ = αφαιρώ, κατεδαφίζω.
περιγίγνομαι = υπερέχω, νικώ, επικρατώ.
περιίστημι = περικυκλώνω.
περίλοιπος = υπόλοιπος.
περίλυπος = λυπημένος.
περιμάχητος = περιζήτητος.
περιοράω-ῶ = βλέπω ολόγυρα, περιφρονώ, επιτρέπω, ανέχομαι, περιμένω, βλέπω με αδιαφορία.
περιορῶμαι = διστάζω.
περιουσία = αφθονία, περιουσία.
περιπλέω = πλέω γύρω./// περίπλεως & –πλεος = κατάμεστος.
περιτείχισμα = οχύρωμα.
πιθανός = πιστικός, πιστευτός.
πίπτω = πέφτω, σκοτώνομαι.
πιστά λαμβάνω τινός = λαμβάνω ένορκες διαβεβαιώσεις για κάτι.
πλήθω = είμαι γεμάτος.
πλημμελέω-ῶ = κάνω σφάλμα.///πλημμέλημα = σφάλμα.
πλήρης = γεμάτος, επαρκής.
πληρόω-ῶ = γεμίζω, εξοπλίζω πλοίο./// πληρῶ ναῦν = επανδρώνω πλοίο.
πλώιμος = πλωτός, κατάλληλος για θαλάσσια ταξίδια.
πνιγηρός = αυτός που αποπνίγει./// πνῖγος = υπερβολική ζέστη.
ποιῶ πόλεμον = προκαλώ πόλεμο, είμαι αίτιος πολέμου.
εὖ ποιῶ = ευεργετώ./// κακῶς ποιῶ = κακοποιώ, βλάπτω.
ποιοῦμαι = κατασκευάζω, θεωρώ./// τήν κρίσιν ποιοῦμαι = κρίνω.
ποιοῦμαι γνώμην = προτείνω./// ποιοῦμαι διαλλαγάς = συμφιλιώνομαι.
ποιοῦμαι εἰρήνην = ειρηνεύω./// ποιοῦμαι πόλεμον = πολεμώ.
ποιοῦμαι υἱόν = αποκτώ γιο./// ποιοῦμαί τινα υἱόν = υιοθετώ κάποιον.
ποιοῦμαι τινά ἐκποδών = απομακρύνω, εξοντώνω, εξουδετερώνω.
περί πολλοῦ (περί πλείονος, περί πλείστου) ποιοῦμαι = θεωρώ σπουδαίο (σπουδαιότερο,
σπουδαιότατο), αποδίδω μεγάλη (μεγαλύτερη, μεγίστη) σημασία.
περί ὀλίγου (περί ἐλάττονος, περί ἐλαχίστου, περί οὐδενός) ποιοῦμαι = αποδίδω λίγη (λιγότερη, ελάχιστη, καμία) σημασία.
περί παντός ποιοῦμαί τι = θεωρώ κάτι ως ανεκτίμητο αγαθό.
πολέμιος = εχθρός.
πολιτεία = πολίτευμα, δημοκρατία.
πολιτείαν κατασκευάζομαι = θεσπίζω πολίτευμα.
πολιτεύω = είμαι πολίτης, ζω ως πολίτης./// πολιτεύομαι = αναμειγνύομαι στα πολιτικά.
πόλεις εὖ πολιτευόμεναι = πόλεις καλά κυβερνώμενες.
πολλάκις = πολλές φορές.
πολλαχόθεν = από πολλές πλευρές.
πολλαχοῦ = πολλές φορές, σε πολλά μέρη.
πολυπράγμων = πολυάσχολος, περίεργος.
ὡς ἐπί τό πολύ = ως επί το πλείστον.
πλέον ἔχω = πλεονεκτώ.
οὐδέν πλέον = κανένα όφελος, κέρδος.
πλέον φέρομαί τινος = πλεονεκτώ.
πονέω-ῶ = κοπιάζω, στενοχωριέμαι.
πονηρός = κακός, φαύλος, βλαβερός.
πόνος = κόπος, αγώνας.
πράγματα ἔχω = ενοχλούμαι./// ἔρχομαι ἐπί τά πράγματα = αποκτώ δύναμη.
πραγματεύομαι = ασχολούμαι με κάτι.
πράσσω = πράττω, κατορθώνω, διαπραγματεύομαι.
εὖ πράττω = ευτυχώ./// κακῶς πράττω = δυστυχώ.
πράττω μετά τινος= συμπράττω.
ἐκ πολλοῦ πράσσοντες = ύστερα από πολλές διαπραγματεύσεις.
πρεσβεία = πρέσβεις, αποστολή πρέσβεων.
πρεσβεύω = είμαι πρεσβύτερος, είμαι πρεσβευτής,  διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής.
πρεσβεύομαι = διαπραγματεύομαι, στέλνω
πρέσβεις, πηγαίνω ως πρεσβευτής.
προαγορεύω = προειδοποιώ, δηλώνω απερίφραστα.
προάγω = παρακινώ.
προάγομαι = παρακινούμαι.
προαίρεσις= προτίμηση, εκλογή.
προαιροῦμαι = εκλέγω, προτιμώ.
προαισθάνομαι = εκ των προτέρων αντιλαμβάνομαι, προβλέπω.
προαπεχθάνομαι = εκ των προτέρων γίνομαι μισητός.
προβολή = προεξοχή, καταγγελία.
προβουλεύω = προμελετώ, καταρτίζω σχέδιο νόμου.
πρόδηλος = ολοφάνερος.
προθυμέομαι-οῦμαι = είμαι πρόθυμος ή έτοιμος, επιθυμώ.
προθυμία = προθυμία, ζήλος.
προΐεμαι = εγκαταλείπω, περιφρονώ, παραμελώ.
προΐσταμαι = είμαι επικεφαλής, είμαι αρχηγός.
οἱ προεστῶτες = αρχηγοί.
προλέγω = προτιμώ, προφητεύω δημόσια, διακηρύσσω, διατάζω.
προνοέω-ῶ = προβλέπω, φροντίζω.
προνομή = επιδρομή, διαρπαγή.
προπετής = ορμητικός, βίαιος, επιρρεπής.
προσάγω = οδηγώ, προσκομίζω.
προσάντης= ανηφορικός, δύσκολος, δυσάρεστος.
προσδοκάω-ῶ = περιμένω, ελπίζω.
προσδοκέω-ῶ = φαίνομαι, θεωρούμαι.
πρόσειμι (< πρός + εἶμι) = προσέρχομαι, επέρχομαι, πλησιάζω.
πρόσειμι (πρός+ εἰμί) = είμαι παρών, προστίθεμαι.
προσέχω τόν νοῦν (τήν γνώμην) = έχω στραμμένη την προσοχή μου.
προσκοπέω-ῶ = εξετάζω εκ των προτέρων.
προσοικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον.
πρόσοικος = γειτονικός.
προσπίπτω = πέφτω επάνω σε…, προσκρούω, επέρχομαι ξαφνικά.
προσπλέω = πλησιάζω,πλέω προς, πλέω εναντίον.
πρόσφορος = χρήσιμος, ωφέλιμος, κατάλληλος, πρέπων.
πρότερος = πιο μπροστά, προηγούμενος.
προὔργου(< πρό +ἔργου) = χρήσιμος, ωφέλιμος.
μηδέν προὔργου ἐστί = κανένα όφελος δεν υπάρχει.
πρύμναν κρούομαι = κωπηλατώ προς τα πίσω, οπισθοχωρώ.
πρύμναν λύω = αποπλέω.
πυνθάνομαι = ζητώ να μάθω, πληροφορούμαι, ακούω.
πώποτε = ποτέ μέχρι τώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου