Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Σύνταξη των συνηθέστερων ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής



 

Α
άγαµαι =θαυµάζω
1) άγαµαι τίνα ή τι (αιτ) (σπν. άγαµαι τινι)
αγανακτέω (-ώ)
1) αγανακτώ τινι (δοτ)
2)αγανακτώ + εµπροθ. προσδ. (δοτ.)
αγαπάω (-ώ ) =αγαπώ, αρκούµαι
1) αγαπώ τι (αιτ.)
2) αγαπώ τινί (=αρκούµαι σε κάτι ) (δοτ.)
3) αγαπώ + απαρµφ. (αγαπώ έχειν τι = συνηθίζω να έχω κάτι )
αγγέλλω
1)αγγέλλω τι (αιτ.)
2) αγγέλλω τινί τι (αιτ. - δοτ. )
3) αγγέλλω τινά + κατηγρ. µτχ. (αγγέλλω τινά ποιούντα τι )
4) αγγέλλω τι + εµπρ. προσδ. (αγγέλλω τι προς τινα )
5) αγγέλλω + ειδική πρόταση
αγείρω = συναθροίζω
1) αγείρω τινά ή τι ( αιτ.)
αγνοέω (-ώ ) = δε γνωρίζω , απατώµαι
1) αγνοώ τινά ή τί ( αιτ.)
2) αγνοώ + ειδική πρόταση ( αγνοώ ότι ....)
3) αγνοώ + κατηγρ. µτχ.
αγορεύω
Συνήθως αµετάβατο
αγω = οδηγώ, φέρω
1)άγω τινα (αιτ)
αγωνίζοµαι = κοπιάζω, πολεµώ
1) αγωνίζοµαι τινί (δοτ )
2) αγωνίζοµαι + εµπροθ. προσδιορισµό ( αγωνίζοµαι περί τινός....)
3) αγωνίζοµαι + συστοιχο αντικείµενο.
αδικέω(-ώ)
1) αδικώ τινά (αιτ.)
2) αδικώ + κατηγρ. µτχ. ( στη δικαστική γλώσσα)
3) άδικώ τινά τά µέγιστα ( 2 αιτ.) [σπν]
αθροίζω = συναθροίζω , συλλέγω
1) αθροίζω τινά (αιτ.)
αινέω (-ώ) = επαινώ
1) αινώ τινά (αιτ.)
αιρέω (-ώ) = λαµβάνω, συλλαµβάνω, κυριεύω
αιρούµαι = εκλέγοµαι ( παθητικό)
1) αιρώ τινά (αιτ.)
µεσο 2) αιρούµαι τινά (αιτ.)
2) αιρούµαι + 2 αιτιατικές ( µία κατηγρ. στην άλλη).
αίρω = σηκώνω
1) αίρω τινά ή τι (αιτ.).
αισθάνοµαι =
1) αισθάνοµαι τι (αιτ.)
2) αισθάνοµαι τινός (γεν.) άµεση αίσθηση
3) αισθάνοµαι + ειδική πρόταση
4) αισθάνοµαι + κατηγορ. µετοχή (στο υποκείµενο ή το αντικείµενο)
αιτέω (-ώ) = ζητώ να πάρω
1) αιτώ τινά ή τι (αιτ.)
2) αιτώ τινα τι (2 αιτ.)
3) αιτώ τινα + απαρεµφατο
αιτιάοµαι (-ώµαι) = κατηγορώ
1) αιτιώµαι τινά ή τι ( αιτ.)
2) αιτιώµαι τινά τι (2 αιτ.)
3) αιτιώµαι τινά τινός ( αιτιατική + γενική )
ακολουθέω (-ώ) =
1) ακολουθώ τινί (δοτ)
ακούω
1) ακούω τινός ( γεν ) αυτηκοϊα
2) ακούω τινά ή τι ( αιτ.)
3)ακούω τινός τι ( γεν. + αιτ )
4)ακούω + ειδική πρόταση
5) ακούω + κατηγ. µετοχή στο αντικείµενο
6) ακούω τινα + απαρέµφατο
ακροάσµαι (-ώµαι) = ακούω, υπακούω, υποτάσσοµαι
1) ακροώµαι τινός ( γεν.)
2) ακροώµαι τι τινός ( αιτ + γεν.)
αµαρτάνω = αποτυγχάνω, αστοχώ
1) αµαρτάνω τινός (γεν.)= αποτυγχάνω σε κάτι
2)αµαρτάνω τι (αιτ.) = σφάλλω σε κάτι
αµελέω (-ώ)
1) αµελώ τινός (γεν)
2) αµελώ + απαρέµφατο
αµύνω = αποµακρύνω, υπερασπίζοµαι , εκδικούµαι
1) αµυνώ τινά τινι ( αιτ. + δοτ.)
2) αµυνώ τινί (δοτ)
3) αµυνώ τινά (αιτ.)
µέσο 4) αµύνοµαι τινά (αιτ.)
αµφισβητέω (-ώ) = φιλονικώ , διαφωνώ
1) αµφισβητώ τινί + εµπρ. προσδ, (δοτ)
2) αµφισβητώ τι (αιτ.)
3)αµφισβητώ + ειδ. απαρέµφατο ή ειδική πρόταση.
αναγκάζω
1) αναγκάζω τινά + απαρέµφατο (αιτ.)
αναλίσκω = δαπανώ , ξοδεύω
1)αναλίσκω τι (αιτ.)
ανέχοµαι = υποφέρω , επιτρέπω
1) ανέχοµαι τινός (γεν.)
2) ανέχοµαι τινά (αιτ.)
3) ανέχοµαι + κατηγορ. µετοχή ( στο υποκ. ή το αντικ.)
ανοίγω
1) ανοίγω τι (αιτ.)
αξιόω (-ώ) = θεωρώ άξιο, απατώ.
1) αξιώ τινά τινός ( αιτ + γεν.)
2) αξιώ τινά + τελικό απαρέµφατο
3) αξιώ + τελικό απαρέµφατο
απαντάω (-ώ) = συναντώ, αντιµετωπίζω , συµβαίνω
1)απαντώ τινί ( δοτ ) = συναντώ
2) απαντώ + εµπρ. προσδιόρ.
απαταώ (-ώ)
1) απατώ τινά ( αιτ.)
απειλέω (-ώ)
1) απειλώ τινά τι (2 αιτ.)
2) απειλώ τινί τι ( δοτ. + αιτ.)
3) απειλώ + απαρέµφ. µέλλοντα
απιστέω (-ώ)= δυσπιστώ, αµφιβάλλω
1) απιστώ τινί (δοτ.)
αποκρίνοµαι = µεσο αποκρίνοµαι /// παθ= αποχωρίζοµαι
1)αποκρίνοµαι τινί τι ( δοτ.+ αιτ.)
2)αποκρίνοµαι + σύστοιχο (αιτ.)
3)αποκρίνοµαι + εµπροθ. προσδιορισµός
απορέω(-ώ) = βρίσκοµαι σε αµηχανία. υποφέρω από έλλειψη χρηµάτων
1)απορώ τινός (γεν.) = στερούµαι
2)απορώ + εµπροθ. προσδιορισµός = βρίσκοµαι σε αµηχανία.
3)απορώ + πλάγια ερώτηση
άπτω = αγγίζω , συνάπτω
1)άπτω τι (αιτ.)
µέσο 2)άπτοµαι τινός (γεν.)
αρέσκω
1) αρέσκω τινί (δοτ.)
2) αρέσκω τι (αιτ.)
3) αρέσκοµαι τινί (δοτ)
αρµόττω (-ζω) = εφαρµόζω, τακτοποιώ, προσαρµόζω
1)αρµόττω τινί τι (δοτ + αιτ.)
µέσο 2)αρµόττοµαι τι (αιτ.)
αρνέοµαι (-ούυµαι )
1)αρνούµαι τι ή τινά (αιτ.)
2)αρνούµαι + τελικό απαρέµφατο
3)αρνούµαι + ειδική πρόταση
αρπάζω
1)αρπάζω τι ή τινά (αιτ.)
άρχω = κάνω αρχή, κυβερνώ
1) άρχω τινός (γεν.) = αρχίζω - εξουσιάζω
µέσο 2) άρχοµαι τινός (γεν.) = αρχίζω κάτι που θα τελείωσω ο ίδιος
3) άρχοµαι + κατηγορηµ. µετοχή = βρίσκοµαι στην αρχή
4) άρχοµαι + απαρέµφατο = καταπιάνοµαι µε κάτι για πρώτη φορά
ατιµάζω = δε τιµώ, θεωρώ ανάξιο, καταφρονώ
1) ατιµάζω + τινά ( αιτ.)
2) ατιµάζω τινά τινός (αιτ.+ γεν.)
ατυχέω (-ώ) = δυστυχώ, αποτυγχάνω
1)ατυχώ τινός (γεν.)
αυξάνω
1) αυξάνω +τινά ή τι (αιτ .)
2) αυξάνω τινά + προληπτικό κατηγορούµενο
παθ. 3) αυξανοµαι + προληπτικό κατηγοτούµενο
αφανίζω
1)αφανίζω τινά (αιτ.)
άχθοµαι (= στεναχωρούµαι , αγανακτώ, φορτώνοµαι
1)άχθοµαι τινί (δοτ.) = στεναχωρούµαι
2)άχθοµαι τι (αιτ.) = στεναχωρούµαι
3)άχθοµαι + κατηγορηµατική µετοχή

Β
βάλλω
1) βάλλω τινά ή τι (αιτ.)
2)βάλλω τινά τινί (αιτ.+ δοτική οργανική )
βλάπτω
1)βλάπτω τινά ή τι (αιτ.)
βοηθέω (-ώ)
1)βοηθώ τινί (δοτ.)
βουλεύω
1)βουλεύω + εµπρ. προσδιορ.
2)βουλεύω τι (αιτ.)
3)βουλεύω + τελικό απαρέµφατο
4)βουλεύω + πλάγια ερώτηση
βούλοµαι
1)βούλοµαι + τελικό απαρέµφατο

Γ
γίγνοµαι
1)γίγνοµαι + κατηγορούµενο ή γενική κατηγορηµατική
2)γίγνοµαι τινός (γεν.)
3) γίγνοµαι τί τινί (αιτ. + δοτ.)
γιγνώσκω
1)γιγνώσκω τι ή τινά (αιτ.)
2)γιγνώσκω + ειδική πρόταση
3)γιγνώσκω + τελικό απαρέµφατο
4)γιγνώσκω + κατηγορηµατική µετοχή
γνωρίζω
1)γνωρίζω τινά ή τι (αιτ.)
2)γνωρίζω τινά + κατηγορηµατική µετοχή
γράφω
1)γράφω τινά ή τι (αιτ.)
2)γράφω τινά τινός (αιτ.+ γενική της αιτίας)
3)γράφω τινά + απαρέµφατο

Δ
δείδω(δέδοικα) = φοβούµαι
1)δείδω + ενδοιαστική πρόταση
2)δείδω + αιτιατική [σπν]
3)δείδω + τελ. απαρέµφατο [σπν]
δείκνυµι
1)δείκνυµι τινά ή τι (αιτ.)
2)δεικνυµι + κατηγορ. µετοχή στο υποκ. ή στο αντικείµενο
δέχοµαι
1)δέχοµαι τινά ή τι (αιτ )
2)δέχοµαι τινά (2 αιτ, - η µια κατηγ. στην άλλη)
3)δέχοµαι + τελικό απαρέµφατο
δέω= έχω ανάγκη (δέοµαι)
1)δέω τινός (γεν.)
2)δεί µοι τινός (γεν.) [απρόσωπο]
3)δεί τινά + απαρέµφατο (αιτ.) , [απρόσωπο]
µέσο 4)δέοµαι τινός (γεν.)
5)δέοµαι τινός τι (γεν.+ αιτ.)
6)δέοµαι + τελικό απαρέµφατο
δέω = δένω
1)δέω τινά ή τι (αιτ.)
διδάσκω
1)διδάσκω τινά τι (2 αιτ.)
δίδωµι
1)δίδωµι τινί τι (δοτ. + αιτ.)
2)δίδωµι τινί + απαρέµφατο
δικάζω
1)δικάζω τινά ή τι (αιτ.)
2)δικάζω τινά + γενική της αιτίας
διώκω
1)διώκω τινά ή τι (αιτ.)
2)διώκω τινά + γενική της αιτίας (δικαστικός όρος)
δοκέω (-ώ)
1)δοκώ + δοτ. προσωπικη + απαρέµφατο ( και ως προσωπικό και ως απρόσωπο).Το απαρέµφατο είναι ΤΕΛΙΚΟ όταν το ρήµα σηµαίνει φαίνεται καλό και ειδικό όταν το ρήµα σηµαίνει νοµιζω. θεωρώ
δουλόω (-ώ)
1)δουλώ τινά (αιτ.)
δράω (-ώ)
1)δρώ τι (αιτ,)
2)δρώ τινά τι (2 αιτ.)
3)δρώ τι τινί (αιτ.+ δοτ.)
δύναµαι
1)δύναµαι + τελικό απαρέµφατο

Ε
εάω (-ώ)
1)εώ + τι (αιτ.)
2)εώ τινά + απαρέµφατο
3)εώ + απαρέµφατο
εγείρω = ξυπνώ ,ξεσηκώνω
1)εγείρω τινά (αιτ.)
εθέλω
1)εθέλω + τελικό απαρέµφατο
εθίζω = συνηθίζω
1)εθίζω τινά + απαρέµφατο
2)εθίζω τινά ταύτα (2 αιτ. - η µια σύστοιχο αντικείµενο )
ειµί
1)ειµί + κατηγοτούµενο
2) ειµί ( ουδέτερης διάθεσης )= υπάρχω
ελαύνω =πηγαίνω έφιππος , καταδιώκω
1)αµετάβατο ( αρχικά µεταβατικό µε αιτιατική)
ελέγχω
1)ελέγχω τινά (αιτ, )
2)ελέγχω τινά + κατηγοτηµατική µετοχή (στο αντικ.)
παθ. 3)ελέγχοµαι + κατηγορηµατική µετοχή (στο υποκ.)
ελπίζω = ελπίζω, περιµένω
1)ελπίζω τι (αιτ.)
2)ελπίζω τινί (δοτ.)
3)ελπίζω + απαρέµφατο
εµποδίζω
1)εµποδίζω τινά ή τι (αιτ.)
2) εµποδίζω τινί ( δοτ.) = γίνοµαι
εναντιοόµαι(-ουµαι)
1)εναντιουµαι τινι (δοτ)
2)εναντιουµαι τινι + απαρέµφατο
ενθυµεοµαι(-ουµαι)
1)ενθυµουµαι τι (αιτ.)
2)ενθυµουµαι τινός (γεν.)
3)ενθυµουµαι + ονοµατικη δευτερεύουσα πρόταση
εννοεω(-ω) = σκέπτοµαι, έχω στο νου, διανοούµαι
1)εννοω τι (αιτ.) = συλλογίζοµαι
2)εννοω τινός (γεν.) = έχω ιδέα...
3)εννοω + κατηγορηµατική µετοχή
4)εννοω + απαρέµφατο
5)εννοω + δευτερεύουσα πρόταση
ενοχλέω(-ω)
1)ενοχλω τινί (δοτ.)
2)ενοχλω τινά (αιτ.)
εξεστι = επιτρέπται, είναι δυνατόν (απρόσωπο)
1)εξεστι + δοτική προσωπική
εξετάζω
1)εξετάζω τινά ή τι (αιτ.)
µέσο 2)εξετάζοµαι + κατηγορηµατική µετοχή
επιθυµέω(-ω)
1)επιθυµω τινός (γεν.)
2)επιθυµω + τελικό απαρέµφατο
3)επιθυµω τινά (αιτ.) [σπν]
επιµελέοµαι(-ουµαι) = φροντίζω για κάποιον, ασχολούµαι µε κάτι
1)επιµελουµαι τινός (γεν.)
2)επιµελούµαι τινός + απαρέµφατο
3)επιµελουµαι + πλάγια ερώτηση
επίσταµαι = γνωρίζω καλά
1)επίσταµαι τι (αιτ.,)
2)επίσταµαι + τελικό απαρέµφατο
3)επίσταµαι + κατηγορηµατική µετοχή
4)επίσταµαι + ειδική πρόταση
επιχειρέω(-ω) = προσπαθώ, επιτίθεµαι
1)επιχειρω τινί (δοτ.)
2)επιχειρω τι (αιτ.)
3)επιχειρω + τελικό απαρέµφατο
έποµαι = ακολουθώ
1)έποµαι τινί (δοτ.)
εράω(-ω) = αγαπώ µε πάθος
1)ερω τινός (γεν.)
εργάζοµαι
1)εργάζοµαι τι (αιτ.)
2)εργάζοµαι τι τινά (2 αιτ.)
3)εργάζοµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός
έρχοµαι
1)συνήθως αµτβ(ως κινήσεως συντάσσεται µε τελική µετοχή
ερωτάω(-ω)
1)ερωτω τινά ή τι (αιτ.)
2)ερωτω τινα τι (2 αιτ.)
3)ερωτω τινά + εµπρόθετος προσδιορισµός
4)ερωτω τινά + πλάγια ερώτηση
5)ερωτω + πλάγια ερώτηση
ευρίσκω
1)ευρίσκω τινά ή τι (αιτ.)
2)ευρίσκω + κατηγορηµατική µετοχή (στο υποκ. ή στο αντικ.)
3)ευρίσκω + τι + εµπρόθετο προσδιορισµό
εύχοµαι
1)εύχοµαι τινί (δοτ.)
2)εύχοµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός
3)εύχοµαι τινά + εµπρόθετο προσδιορισµό
4)εύχοµαι + απαρέµφατο
έχω
1)έχω τινά ή τι (αιτ.)
2)έχω + απαρέµφατο (=µπορώ)
3)έχω + πλάγια ερώτηση (συνοδεύεται από άρνηση)
4)έχω + επίρρηµα (=επίρρηµα)
µέσο 5)έχοµαι τινός (γεν.) = κρατώ κάτι

Ζ
ζηµιόω(-ω)
1)ζηµιώ τινά (αιτ.)
2)ζηµιω τινά + δοτική οργανική
παθ. 3)ζηµιούµαι + σύστοιχο αντικείµενο ή δοτική οργανική
ζητέω(-ω)
1)ζητω τινά ή τι (αιτ.)
2)ζητω + απαρέµφατο

Η
ηγέοµαι(-ουµαι)=είµαι αρχηγός, προπορεύοµαι, οδηγώ//νοµίζω
1)ηγούµαι τινός (γεν.)= είµαι αρχηγός
2)ηγουµαι τινί (δοτ.)= οδηγω
3)ηγουµαι + ειδικό απαρέµφατο = νοµίζω
4)ηγουµαι τινα τι (2 αιτ.-η µία κατηγ. στην άλλη) = θεωρώ κάποιον κάτι
ήδοµαι = ευχαριστιέµαι
1)ήδοµαι τινί (δοτ.)
2)ήδοµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός
3)ήδοµαι + κατηγορηµατική µετοχή
ηττάοµαι(-ωµαι) = είµαι κατώτερος από κάποιον, νικιέµαι
1)ηττωµαι τινός (γεν.) = είµαι κατώτερος
2)ηττωµαι τινός τινί (γεν.-δοτ.) = είµαι κατώτερος από κάποιον
3)ηττωµαι + κατηγορηµατική µετοχή

Θ
θάπτω
1)θάπτω τινά ή τι (αιτ.)
θαυµάζω = εκπλήττοµαι, θαυµάζω, τιµώ
1)θαυµάζω τινά ή τι (αιτ.)
2)θαυµάζω τινός (γεν.) = εκπλήττοµαι, απορώ για κάτι
3)θαυµάζω τινά + γενική της αιτίας
4)θαυµάζω τινός + κατηγορηµατική µετοχή
5)θαυµάζω + πλάγια ερώτηση
6)θαυµάζω + αιτιολογική πρόταση (µε το ότι ή το ει)
θνήσκω
αµετάβατο
θύω = θυσιάζω
1)θύω τινί (δοτ.)
2)θύω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
3)θύω + σύστοιχο αντικείµενο

Ι
ιδρύω
1)ιδρύω τι (αιτ.)
ίηµι = ρίχνω, χτυπω, στέλνω, προσφέρω, σπεύδω
1)ίηµι τι (αιτ.)
ικνέοµαι(-ουµαι) = έρχοµαι, φθάνω
1)ικνούµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός
ίστηµι = στήνω
1)ίστηµι τινά ή τι (αιτ.)
µέσο 2)ίσταµαι ==αµτβ.
ισχυρίζοµαι = µεταχειρίζοµαι όλες τις δυνάµεις µου, επιµένω
1)ισχυρίζοµαι τι (αιτ.)
2)ισχυρίζοµαι τι + απαρέµφατο
3)ισχυρίζοµαι + ειδική πρόταση
4)ισχυρίζοµαι τινί (δοτ.) = εµπιστεύοµαι σε κάτι

Κ
καλέω(-ω) = ονοµάζω, προσκαλώ, συγκαλώ
1)καλω τινά (αιτ.)
2)καλω τινά τι (2 αιτ.- η µία κατηγ. στην άλλη)
κατηγορέω(-ω) = µιλώ εναντίον κάποιου, κατηγορώ, αποδεικνύω
1)κατηγορώ τινός (γεν.)
2)κατηγορω τινός τι (γεν. - αιτ.)
3)κατηγορω τινός + ειδική πρόταση
4)κατηγορω τι (αιτ.) = αποδεικνύω
5)κατηγορω + απαρέµφατο
κελεύω = διατάσσω, παραγγέλλω, συµβουλεύω, παρακαλώ
1)κελεύω τινά + τελικό απαρέµφατο
2)κελεύω τινά τι (2 αιτ.)
3)κελεύω τινά ή τι (αιτ.)
4)κελεύω + τελικό απαρέµφατο
κήδοµαι = φροντίζω
1)κήδοµαι τινός (γεν.)
κηρύττω
1)κηρύττω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
2)κηρύττω τινά (αιτ.)
3)κηρύττω τινί + τελικό απαρέµφατο
κινδυνεύω
1)κινδυνεύω + εµπρόθετος προσδιορισµός
2)κινδυνεύω + σύστοιχο αντικέιµενο
3)κινδυνεύω + τελικό απαρέµφατο
κοινωνέω(-ω) = µετέχω
1)κοινωνω τινός (γεν.)
2)κοινωνω τινός τινί (γεν.-δοτ.)
κοµίζω = φέρνω
1)κοµίζω τι (αιτ.)
2)κοµίζω τι τινί (αιτ. - δοτ.)
3)κοµίζω τι + εµπρόθετος προσδιορισµός
µέσο 4)κοµίζω τινά (αιτ.)
κρατέω(-ω) = υπερισχύω, εξουσιάζω
1)κρατω τινός (γεν.)=εξουσιάζω
2)κρατω τινά (αιτ.) = νικώ κάποιον
κρίνω = διαχωρίζω, αποφασίζω, εξετάζω, δικάζω
1)κρίνω τινά (αιτ.)
2)κρίνω τινά τι (2 αιτ. - η µία κατηγ. στην άλλη)
3)κρίνω τινά τινός (αιτ. - γεν.)
κτάοµαι(-ωµαι) = αποκτώ, προµηθεύοµαι, κερδίζω
1)κτωµαι τι (αιτ.)
2)κτωµαι τινά τι (2 αιτ. ή µία κατηγ. στην άλλη)
κτείνω = φονεύω
1)αποκτείνω τινα (αιτ.)
κυριεύω
1)κυριεύω τινός (γεν.)

Λ
λαγχάνω = παίρνω µε κλήρο, µετέχω, κατηγορώ σε δίκη
1)λάγχάνω τι (αιτ.)
2)λαγχάνω τινά τι (2 αιτ. - η µία κατηγ. στην άλλη)
3)λαγχάνω τινός (γεν.) = τυχαίνω κάτι
4)λαγχάνω + απαρέµφατο
5)λαγχάνω + κατηγορούµενο
λαµβάνω
1)λαµβάνω τινά ή τι (αιτ.)
2)λαµβάνω τινά τι (2 αιτ. - η µία κατηγ,. στην αλλη)
3)λαµβάνω τινός (γεν.)
4)λαµβάνω τινά + κατηγορηµατική µετοχή
µέσο 5)λαµβάνοµαι τινός (γεν.) = πιάνοµαι από κάτι
λανθάνω = ξεφεύγω την προσοχή, µένω άγνωστος
1)λανθάνω τινά (αιτ.)
20λανθάνω τινά + κατηγορηµατική µετοχή
3)λανθάνω + κατηγορηµατική µετοχή
µέσο 4)επιλανθάνοµαι τινός (γεν.)
5)επιλανθάνοµαι + τελικό απαρέµφατο
6)επιλανθάνοµαι + κατηγορηµατική µετοχή
λέγω = συλλέγω, συνάγω
1)συλλέγω τι (αιτ.)
λέγω = µιλώ, λέω
1)λέγω τι (αιτ.)
2)λέγω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
3)λέγω τινά τι (2 αιτ.)
4)λέγω + ειδικό απαρέµφατο
5)λέγω + ειδική πρόταση
6)λέγω + εµπρόθετος προσδιορισµός
λείπω = αφήνω
1)λείπω τινά ή τι (αιτ.)
µέσο 2)λείποµαι τινός (γεν.) = είµαι κατώτερος από κάποιον
3)εκλείπω === αµτβ.
λοιδορέω(-ω) = κακολογώ, υβρίζω
1)λοιδορω τινά (αιτ.)
µέσο 2)λοιδορουµαι τινί (δοτ.) = κατηγορώ, επιπλήττω κάποιον
λυµαίνοµαι = βλάπτω
1)λυµαίνοµαι τί (αιτ.)
2)λυµαίνοµαι τινί (δοτ.)
λυπέω(-ω) = προξενώ λύπη, ενοχλώ
1)λυπω τινά (αιτ.)
2)λυπω τινα τι (2 αιτ. - η µία σύστοιχο αντικείµενο)
3)λυπω + κατηγορηµατική µετοχή
µέσο 4)λυπουµαι + κατηγορηµατική µετοχή
5)λυπουµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός

Μ
µανθάνω
1)µανθάνω τινά ή τι (αιτ.)
2)µανθάνω τινός (γεν.) = ακούω
3)µανθάνω τινά + εµπρόθετος προσδιορσιµός
4)µανθάνω + τελικό απαρέµφατο
5)µανθάνω + κατηγορηµατική µετοχή
µάχοµαι
1)µάχοµαι τινί (δοτ.)
2)µάχοµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός
µείγνυµι = αναµειγνύω
1)µείγνυµι τινί τι (δοτ. - αιτ.)
µέλει = υπάρχει φροντίδα (απρόσωπο)
1)µέλει + δοτ. προσωπική + γενική (µέλει µοι τινός)
2)µέλει + δοτ. προσωπική + τελικό απαρέµφατο [σπν]
µέλλω = σκοπεύω, αναβάλλω, καθυστερώ
1)αµτβ.
2)µέλλω + τελικό απαρέµφατο
µέµφοµαι = µαλώνω, κατηγορώ
1)µέµφοµαι τινά ή τι (αιτ.)
2)µέµφοµαι τινί (δοτ.)
3)µέµφοµαι τινά + γενική της αιτίας
4)µέµφοµαι τινί τινά (δοτ. - αιτ.)
µένω = µένω, περιµένω
1)αµτβ.
2)µένω τινά ή τι (αιτ.) [σπν]
µιµνήσκω = θυµίζω
1)µιµνήσκω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
µέσο 2)µιµνήσκοµαι τινός (γεν.)
3)µιµνήσκοµαι + κατηγορηµατική µετοχή
4)µιµνήσκοµαι + απαρέµφατο
συνθ. 5)αναµιµνήσκω, υποµιµνήσκω + 2 αιτ.
µνηµονεύω = θυµούµαι, αναφέρω
1)µνηµονεύω τινός (γεν.)
2)µνηµονεύω τινά ή τι (αιτ.)
3)µνηµονεύω + ειδική πρόταση

Ν
νέµω= µοιράζω, απονέµω, κατοικώ, διοικώ, βόσκω
1)νέµω τι (αιτ.)
2)νέµω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
µέσο 3)νέµοµαι τι (αιτ.)
νέω = πλέω, κολυµπώ
1)αµτβ.
νεωτερίζω = κάνω µεταρρυθµίσεις, καινοτοµώ, στασιάζω
1)νεωτερίζω τι (αιτ.)
2)νεωτερίζω + σύστοιχο αντικείµενο
νικάω(-ω)
1)αµτβ.
2)νικω τινά (αιτ.) + σύστοιχο αντικείµενο [σπν]
3)νικω τινί (δοτ. του τρόπου)
νοέω(-ω) = σκέπτοµαι, εννοώ
1)νοω τι (αιτ.)
2)νοω + απαρέµφατο
νοµίζω = παραδέχοµαι, ακολουθώ συνήθεια, θεωρώ, πιστεύω, φρονώ
1)νοµίζω τινά ή τι (αιτ.)
2)νοµίζω τινά τι (2 αιτ. - η µία κατηγ. στην άλλη)= θεωρώ...
3)νοµίζω + ειδικό απαρέµφατο
νοµοθετέω(-ω)
1)νοµοθετω τινί (δοτ.)
2)νοµοθετω + εµπρόθετος προσδιορισµός

Ο
οιδα = γνωρίζω
1)οιδα τι (αιτ.)
2)οιδα τινός (γεν.) [σπν] = γνωρίζω για κάποιον
3)οιδα + τελικό απαρέµφατο
4)οιδα + κατηγορηµατική µετοχή (στο υποκ. ή το αντικ.)
5)οιδα + ειδική πρόταση
6)οιδα + πλάγια ερώτηση
οικέω(-ω) = κατοικώ, κυβερνώ // αµτβ. για πόλεις = κατοικούµαι, κυβερνιέµαι
1)οικω τι (αιτ.)
οίοµαι(οιµαι) = νοµίζω, υποθέτω
1)οίοµαι + ειδικό απαρέµφατο
οίχοµαι = έχω φύγει, έχω πεθάνει, χάνοµαι
1)οίχοµαι + κατηγορηµατική µετοχή (η µτχ. µεταφράζεται ως ρήµα και το ρήµα ως επίρρ.)
ολιγορέω(-ω) = δε φροντίζω, δεν προσέχω
1)ολιγορω τινός (γεν.)
όλλυµι (ολλύω) = αφανίζω, καταστρέφω
1)όλλυµι τινά ή τι (αιτ.)
οµιλέω(-ω) = συνανστρέφοµαι, πλησιάζω
1)οµιλω τινί (δοτ.)
2)οµιλω + επιρρηµα ή εµπρόθετος προσδιορισµός
οµνυµι (οµνύω) = ορκίζοµαι
1)όµνυµι τινά (αιτ.)
2)όµνυµι τινί (δοτ.) [σπν]
3)όµνυµι τινι τινά (δοτ. + συστοιχο αντικείµενο)
4)όµνυµι + απαρέµφατο µέλλοντα
οµολογέω(-ω) = συµφωνω, παραδέχοµαι
1)οµολογω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
2)οµολογω τινί (δοτ.)
3)οµολογω + ειδικό απαρέµφατο
4)οµολογειται===> απόλυτο
ονειδίζω = ελέγχω, επιτιµώ, υβρίζω
1)ονειδίζω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
2)ονειδίζω τινί + εµπρόθετος προσδιορισµός
3)ονειδίζω τινά (αιτ.)
οράω(-ω) = βλέπω
1)ορω τινά ή τι (αιτ.)
2)ορω + κατηγορηµατική µετοχή
3)ορω + ειδική πρόταση
4)ορω + ενδοιαστική πρόταση
5)ορω + πλάγια ερώτηση
οργίζω
1)οργίζω τινά (αιτ.)
µέσο 2)οργίζοµαι τινί (δοτ.) ή εµπρόθετος προσδιορισµός
ορίζω = θέτω όρια, προσδιορίζω, τάσσω, χωρίζω
1)ορίζω τινά ή τι (αιτ.)
2)ορίζω τινά τι (2 αιτ. - η µία κατηγ. στην άλλη)
µέσο 3)ορίζοµαι τινά (αιτ.)
ορµά(-ω)= µτβ παρορµώ, παρακινώ /// αµτβ= ορµώ, ξεκινώ
1)ορµω τινά + εµπρόθετο προσδιορισµό
2)ορµω + απαρέµφατο
ορµέω(-ω) = είµαι αραγµένος
1)αµτβ.
ορµίζω = µτβ οδηγώ πλοίο στο λιµάνι
1)ορµίζω τινά + εµπρόθετο προσδιορισµό
οφείλω
1)οφείλω τινί (δοτ.)
2)οφείλω + τελικό απαρέµφατο
οφλισκάνω = χρωστώ στο δηµόσιο, καταδικάζοµαι, οφείλω
1)οφλισκάνω τινά (αιτ.)
2)οφλισκάνω τινά + γεν. της αιτίας ή της ποινής
3)οφλισκάνω + γεν. της αιτίας

Π
παιδεύω = εκπαιδεύω, διδάσκω, µορφώνω, ανατρέφω
1)παιδεύω τινά (αιτ.)
2)παιδεύω τινά τι (2 αιτ.)
3)παιδεύω τινά + απαρέµφατο
4)παιδεύω τινά + δοτ. του µέσου
5)παιδεύω + εµπρόθετος προσδιορισµός
παραιτέοµαι(ουµαι)= παρακαλώ, ζητώ κάτι από κάποιον, ικετεύω
1)παραιτουµαι τινά (αιτ.) = παρακάλω κάποιον
2)παραιτουµαι τινά τι (2 αιτ.) = ζητώ µε παρακλήσεις κάτι
3)παραιτουµαι τινά + απαρέµφατο = παρακαλώ
παρασκευάζω
1)παρασκευάζω τι (αιτ.)
2)παρασκευάζω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
3)παρασκευάζω + πλάγια ερώτηση
µέσο 4)παρασκευάζοµαι τι (αιτ.)
5)παρασκευάζοµαι + τελική µετοχή
πάσχω = υποφέρω, παθαίνω κάτι
1)πάσχω τι (αιτ.)
παύω = κάνω κάποιον να σταµατήσει, αποτρέπω, εµποδίζω
1)πάυω τινά (αιτ.)
2)παύω τινά τινός (αιτ. - γεν.)
3)παύω + κατηγορηµατική µετοχή
µέσο 4)παύοµαι τινός (γεν.)
5)παύοµαι + κατηγορηµατική µετοχή στο υποκ.
πείθω
1)πείθω τινά (αιτ.)
2)πείθω τινά + τελικό απαρέµφατο
3)πείθω τινά τι (2 αιτ.)
4)πείθω + συµπερασµατική πρόταση
µέσο 5)πείθοµαι τινί (δοτ.)
6)πείθοµαι τινί τι (δοτ. - αιτ.)
7)πείθοµαι τινί + τελικό απαρέµφατο
πειράω(-ω) = αποκτώ πείρα, πειράζω, δοκιµάζω, προσπαθώ
1)πειρω τινά (αιτ.)
2)πειρω τινός (γεν.)
3)πειρω + τελικό απαρέµφατο
4)πειρω + πλάγια ερώτηση
πέµπω
1)πέµπω τινά ή τι (αιτ.)
2)πέµπω τινί τι (δοτ. -αιτ.)
3)πέµπω τινί + εµπρόθετος προσδιορισµός
4)πέµπω + απαρέµφατο
µέσο 5)πέµποµαι τινά (αιτ.) = στέλνω κάποιον εκ µέρους µου
πίµπληµι = γεµίζω
1)πίµπληµι τινά τινός (αιτ. - γεν.)
πίµπρηµι = καίω
1)πίµπρηµι τι (αιτ.)
πιστεύω
1)πιστεύω τινί (δοτ.)
2)πιστεύω + ειδικό απαρέµφατο
3)πιστεύω + ειδική πορόταση
ποιέω(-ω)
1)ποιω τι (αιτ.)
2)ποιω τινά τινι (αιτ. - δοτ.)
3)ποιω τινά τι (2 αιτ. - η µιά κατηγ. στην άλλη)
4)ποιω τινά + απαρέµφατο
µέσο 5)ποιουµαι τι (αιτ.)
6)ποιουµαι τινά τι (2 αιτ. - η µία κατηγ. στην άλλη)
πολεµέω(-ω)
1)πολεµω τινί (δοτ.)
2)πολεµω + εµπρόθετος προσδιορισµός
3)πολέµω τινά [σπν]
πορεύω = µεταφέρω, διαβιβάζω // µέσο = βαδίζω, οδοιπορώ
1)πορεύω τινά ή τι (αιτ.)
πράττω = κάνω, ενεργώ, κατορθώνω
1)πράττω τι (αιτ.)
2)πράττω τινά τι (2 αιτ.)
3)πράττω τινά τινί (αιτ. - δοτ. ) ή εµπρόθετο προσδιορισµό
4)πράττω + εµπρόθετο προσδιορισµό
5)πράττω + επίρρηµα
µέσο 6)πράττοµαι τι (αιτ.)
7)πράττοµαι τινα τι (2 αιτ.)
πρεσβεύω = είµαι µεγαλύτερος σε ηλικία, είµαι πρεσβευτής, κυβερνώ, εξουσιάζω, τιµώ, παραδέχοµαι /// µέσο = διαπραγµατεύοµαι µέσω πρεσβευτών /// παθ.=στέλνοµαι πρέσβευτής
1)πρεσβεύω τινός (γεν.) = είµαι µεγαλύτερος σε ηλικία
2)πρεσβεύω τι (αιτ.) = παραδέχοµαι, τιµώ
3)αµτβ= είµαι πρεσβευτής
πυνθάνοµαι = πληροφορούµαι, εξετάζω, ζητώ να µάθω, ακούω
1)πυνθάνοµαι τινά τινός (αιτ. - γεν.) = ρωτώ να µάθω
2)πυνθάνοµαι τινός (γεν.) = µαθαίνω για κάτι
3)πυνθάνοµαι τι (αιτ.) = πληροφορούµαι
4)πυνθάνοµαι τι + εµπρόθετος προσδιορισµός
5)πυνθάνοµαι + απαρέµφατο
6)πυνθάνοµαι + πλάγια ερώτηση
7)πυνθάνοµαι + κατηγορηµατική µετοχή στο αντικ.

Σ
σηµαίνω = δίνω σηµείο, φανερώνω, γνωστοποιώ, υποδεικνύω, σφραγίζω, διατάσσω
1)σηµαίνω τι (αιτ.)
2)σηµαίνω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
3)σηµαίνω τινί + εµπρόθετος προσδιορισµός= φανερώνω
4)σηµαίνω τινί + απαρέµφατο =αναγγέλλω µε σηµάδι να κάνει κάτι
5)σηµαίνω τινί + πλάγια ερώτηση = φανερώνω
6)σηµαίνω + κατηγορηµατική µετοχή = φανερώνω
σκοπέω(-ω)= παρατηρώ, εξετάζω, σκέφτοµαι
1)σκοπω τινά (αιτ.)
2)σκοπω + πλάγια ερώτηση
3)σκοπω + εµπρόθετος προσδιορισµός
σπένδω = κάνω σπονδή ///µέσο = κάνω συνθήκη, συµφωνία, ειρήνη
1)σπένδω τινί (δοτ.)
2)σπένδω τι (αιτ.) = η αιτ. δηλώνει το υγρό της σπονδής
3)σπένδω + δοτ. του οργάνου
µέσο 4)σπένδοµαι τινί (δοτ.)
5)σπένδοµαι τινί + απαρέµφατο
6)σπένδοµαι τινί τι (δοτ. - αιτ.)
σπουδάζω = ασχολούµαι σοβαρά µε κάτι
1)σπουδάζω + εµπρόθετος προσδιορισµός
2)σπουδάζω + απαρέµφατο
3)σπουδάζω τι (αιτ.)
στασιάζω = αµτβ. επαναστατώ, φιλονικώ // µτβ= παρακινώ σε στάση
1)στασιάζω τινά (αιτ.)
2)στασιάζω τινι (δοτ.) = επαναστατώ εναντίον κάποιου
στέλλω = ετοιµάζω, τεκτοποιώ, ντύνω, αποστέλλω
1)στέλλω τινά ή τι (αιτ.)
στρατεύω
1)στρατεύω + εµπρόθετος προσδιορισµός
2)στρατεύω + σύστοιχο αντικείµενο
στρατηγέω(-ω) = είµαι στρατηγός
1)αµτβ.
2)στρατηγω τινός (γεν.) = είµαι αρχηγός κάποιου
3)στρατηγω τινί (δοτ.) = είµαι αρχηγός κάποιου [σπν]
4)στρατηγω + σύστοιχο αντικείµενο
συµµαχέω(-ω)
1)συµµαχω τινί (δοτ.)
σφάλλω=κάνω κάποιον να παραπατήσει, βλάπτω, νικώ, καταρρίπτω
1)σφάλλω τινά (αιτ.) = κάνω κάποιον να παραπατήσει
µέσο 2)σφάλλοµαι τινός (γεν.)= απατώµαι, κάνω λάθος
σωζω = σωζω, ελευθερώνω, διατηρώ, διαφυλλάσσω
1)σωζω τινά (αιτ.)
2)σωζω τινά τινός (αιτ. - γεν.) ή εµπρόθετο προσδιορισµό

Τ
τάττω(τάσσω) = τακτοποιώ, διατάσσω, προπσδιορίζω
1)τάττω τινά ή τι (αιτ.)
2)τάττω τινά + απαρέµφατο
3)τάττω τινί τινά (δοτ. - αιτ.)
4)τάττω + εµπρόθετος προσδιορισµός ή επιρρηµατικός προσδιορισµός
τελευτάω(-ω) = τελειώνω κάτι, πεθαίνω
1)τελευτω τι (αιτ.)
2)τελευτω τινός (γεν.)
3)αµτβ.
τέµνω = κόβω, σκίζω, διαχωρίζω, σφάζω
1)τέµνω τι (αιτ.)
2)τέµνω + γενική διαιρετική
τίθηµι = θέτω, τοποθετώ
1)τίθηµι τινά ή τι (αιτ.)
2)τίθηµι τινά τι (2 αιτ. - η µία κατηγ. στην άλλη)
3)τίθηµι τι τινός (αιτ. - γεν.)
4)τίθηµι τινά + απαρέµφατο
µέσο 5)τίθεµαι τι (αιτ.)
6)τίθεµαι τι + εµπρόθετος προσδιορισµός
7)τίθεµαι τινά τι (2 αιτ. - η µία κατηγ, στην άλλη)
τιµάω(-ω)
1)τιµω τινά ή τι (αιτ.)
2)τιµω τινά + γενική της αξίας
3)τιµω τινί + γενική της ποινής (ως δικαστικός όρος)
τυγχάνω = συναντώ, χτυπώ µε επιτυχία, αποκτώ, βρίσκω τυχαία, επιτυγχάνω
1)τυγχάνω + κατηγορούµενο
2)τυγχάνω τινός (γεν.) = πετυχαίνω κάτι (µπορεί να έχει και κατηγ, στο αντικ.)
3)τυγχάνω τι (αιτ.)
4)τυγχάνω τι τινός (αιτ. - γεν.)
5)τυγχάνω + κατηγορηµατική µετοχή στο υποκ.
6)ετύγχανε ===>απρόσωπο
7)τυχόν ==> το ουδ. µτχ τίθεται απόλυτα και θεωρείται επίρρηµα


Υ
υβρίζω = αµτβ, συµπεριφέροµαι µε αυθάδεια // µτβ = περιφρονώ, ατιµάζω, προσβάλλω
1)υβρίζω τινά (αιτ.)
υπισχνέοµαι(-ουµαι) = υπόσχοµαι, διαβεβαιώνω
1)υπισχνουµαι τινί τι (δοτ. - αιτ.)
2)υπισχνούµαι + απαρέµφατο
υποκρίνοµαι =αποκρίνοµαι, εξηγώ, ερµηνεύω, παριστάνω κάτι, προσποιούµαι
1)υποκρίνοµαι τινί τι (δοτ. - αιτ.) = απαντώ
2)υποκρίνοµαι τι (αιτ.) = παριστάνω
3)υποκρίνοµαι + απαρέµφατο = παριστάνω

Φ
φαίνω = φέγγω, φανερώνω, γνωστοποιώ, καταγγέλλω
1)φαίνω τινά ή τι (αιτ.) = φανερώνω
2)φαίνω τινά τινί (αιτ. - δοτ.) = φανερώνω
µέσο 3)φαίνοµαι + απαρέµφατο
4)φαίνοµαι + κατηγορηµατική µετοχή
5)φαίνοµαι + κατηγορούµενο (ως δοξαστικό) = νοµίζοµαι, θεωρούµαι
παθ. 6)φαίνοµαι υπό τινός = ελέγχοµαι, φανερώνοµαι, καταγγέλλοµαι
φέρω = φέρω, υποφέρω, φορώ, βαστάζω, παράγω, προξενώ, πληρώνω, κατορθώνω, οδηγώ
1)φέρω τινά ή τι (αιτ.)
2)φέρω τινά τινί (αιτ. - δοτ.)
3)φέρω + επιρρηµατικό ή εµπρόθετο προσδιορισµό
µέσο 4)φέροµαι τι (αιτ.)
5)φέροµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός
παθ. 6)φέροµαι υπό τινός
φεύγω = τρέποµαι σε φυγή, αποφεύγω, εξορίζοµαι, κατηγορούµαι
1)φεύγω τινά ή τι (αιτ.) = αποφεύγω, διαφεύγω
2)φεύγω + τελικό απαρέµφατο = αποφεύγω
3)φεύγω + επιρρηµατικός ή εµπρόθετος προσδιορισµός
φηµί = λέγω, ισχυρίζοµαι, διακηρύσσω, φανερώνω, εκθέτω, βεβαιώνω
1)φηµί + ειδικό απαρέµφατο
φθάνω = φτάνω, προφτάνω, κάνω κάτι πρώτος, έρχοµαι πρώτος
1)φθάνω τινά ή τι (αιτ.) = προφτάνω
2)φθάνω + επιρρηµατικός ή εµπρόθετος προσδιορισµός
3)φθάνω + κατηγορηµατική µετοχή (=επίρρηµα χρόνου)
φθείρω = καταστρέφω, αρπάζω, φονεύω
1)φθείρω τινά ή τι (αιτ.)
φθονέω(-ω)
1)φθονώ τινί (δοτ.)
2)φθονω τινί + γενική της αιτίας
3)φθονω + απαρέµφατο = αρνούµαι, αποφεύγω απο φθόνο να κάνω κάτι
φιλέω(-ω) = αγαπώ, επιδοκιµάζω, συνηθίζω
1)φιλω τινά (αιτ.) = αγαπώ, προτιµώ,
2)φιλω + απαρέµφατο = συνηθίζω
φιλονικέω(-ω) = αγαπώ τη νίκη, προσπαθώ να φαίνοµαι πρώτος, µαλώνω
1)φιλονικω τινί (δοτ.)
2)φιλονικω +εµπρόθετος προσδιορισµός
φοβέω(-ω) = φοβίζω, τρέπω σε φυγή, προξενώ φόβο
1)φοβω τινά (αιτ.)
µέσο 2)φοβουµαι τινά ή τι (αιτ.)
3)φοβουµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός
4)φοβουµαι + απαρέµφατο
5)φοβουµαι + ενδοιαστική πρόταση
φράζω =λέγω, εκφράζω, φανερώνω, εξηγώ, υποδεικνύω, παραγγέλλω /// µέσο=σκέφτοµαι, συλλογίζοµαι /// παθ. εκφράζοµαι
1)φράζω τι (αιτ.)
2)φράζω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
3)φράζω τινά τι (2 αιτ.)
4)φράζω τινί + ειδικό απαρέµφατο
5)φράζω + ειδική πρόταση
φρονέω(-ω) = σκέφτοµαι. συλλογίζοµαι, νοµίζω, έχω φρόνηµα, αισθάνοµαι
1)φρονω + απαρέµφατο = σκέφτοµαι
2)φρονω + ειδική πρόταση
3)φρονω + επιρρηµατικός προσδιορισµός
φροντίζω = σκέφτοµαι, µελετώ, προσέχω, έχω φροντίδα /// µέσο = φροντίζοµαι
1)φροντίζω τινός (γεν.) ή εµπρόθετος προσδιορισµός
2)φροντίζω τι (αιτ.) = σκέφτοµαι
3)φροντίζω + πλάγια ερώτηση ή ενδοιαστική ή τελική πρόταση
φυλάττω(φυλάσσω)=φυλασσω, αγρυπνώ, προσέχω, υπερασπίζοµαι, παραµονεύω
1)φυλάττω τινά ή τι (αιτ.)
2)φυλάττω τινί (δοτ.) = αγρυπνώ για κάποιον
3)φυλάττω τινά + τελικό απαρέµφατο = προσέχω
4)φυλάττω + πλάγια ερώτηση ή τελική ή ενδοιαστική πρόταση
µέσο 5)φυλάττοµαι τινά ή τι (αιτ.) = προσέχω, φροντίζω
6)φυλάττοµαι τινός = τσιγγουνευοµαι σε κάτι
7)φυλάττοµαι + πλάγια ερώτηση ή τελική ή ενδοιαστική πρόταση

Χ
χαίρω = χαίροµαι, ευχαριστιέµαι
1)χαίρω τινί (δοτ.) ή εµπρόθετο µε δοτική
2)χαίρω τινά (αιτ.) [σπν]
3)χαίρω + κατηγορηµατική µετοχή
χαλεπαίνω = οργίζοµαι, αγανακτώ
1)χαλεπαίνω τινί (δοτ.)
2)χαλεπαίνω + εµπρόθετος προσδιορισµός
χρή, χρέων εστι = πρέπει, είναι ανάγκη (απρόσωπο)
1)χρή + τελικό απαρέµφατο ως υποκείµενο
χρήοµαι(-ωµαι) = µεταχειρίζοµαι
1)χρωµαι τινί (δοτ.)
2)χρωµαι τινί τινί (2 δοτ.- η µία κατηγ. στην άλλη)
χωρίζω = αποχωρίζω, ξεχωρίζω, διακρίνω
1)χωρίζω τι τινός (αιτ. - γεν.)
µέσο 2)χωρίζοµαι τινός (γεν.) = αποχωρίζοµαι από κάποιον

Ψ
ψεύδω = διαψεύδω /// µέσο = λέω ψέµµατα
1)ψεύδω τι τινός (αιτ. - γεν.)
µέσο 2)ψεύδοµαι τινός (γεν.)
3)ψεύδοµαι τινά (αιτ.)
ψηφίζω = ψηφίζω, αποφασίζω /// µέσο=ρίχνω ψήφο, αποφασίζω
1)ψηφίζω τινά (αιτ.)
µέσο 2)ψηφίζοµαι τινά (αιτ.)
3)ψηφίζοµαι + απαρέµφατο
4)ψηφίζοµαι τινά + απαρέµφατο
5)ψηφίζοµαι τινά τινί (αιτ. - δοτ.)

Ω
ωφελέω(-ω)=ωφελώ, υποστηρίζω, βοηθώ
1)ωφελω τινά (αιτ.)



Πηγή: www.scribd.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου