Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Λεξιλόγιο Αρχαίων Ελληνικών - Κ - Λ

Αρχείο:Kappa uc lc.svgκαθαιρέω-ῶ = κατεβάζω, κατεδαφίζω, καταδικάζω, κυριεύω.
καθαίρω = καθαρίζω.
κάθαρσις = εξαγνισμός.
καθίστημι = διορίζω, εγκαθιστώ, παρατάσσω, τακτοποιώ.
καθίσταμαι = εγκαθίσταμαι.
καθίσταμαι τήν πολιτείαν = τακτοποιώ τα πράγματα της πόλεως.
καθίσταμαι εἰς λόγους = αρχίζω διαπραγματεύσεις.
καθίσταμαί τι = τακτοποιώ κάτι.
κάθοδος = επάνοδος στην πατρίδα.
καινοτομέω-ῶ = επιφέρω καινοτομίας.
καίριος = αξιόλογος, κατάλληλος.
καιρός = ευκαιρία, κατάλληλη στιγμή./// ἐν καιρῷ γίγνεταί τι = αποβαίνει προς όφελος.
μετά καιροῦ = σε κατάλληλη περίσταση./// παρά καιρόν = παράκαιρα.
κακία = κακότητα, δειλία.
κακοδαιμονία = ατυχία, δυστυχία.
κακοδοξία= κακή φήμη.
κακόνους = δυσμενής, ο σκεπτόμενος κακό.
κακοπάθεια = αθλιότητα.
κακοπραγέω-ῶ = αποτυγχάνω, δυστυχώ.
κακοπραγία = αποτυχία, δυστυχία.
κακουργέω-ῶ = πράττω κακά, βλάπτω.
καλέω-ῶ = καλώ, προσκαλώ.
κάμνω = κοπιάζω, ασθενώ, νικιέμαι.
καρπόομαι-οῦμαι = καρπώνομαι, απολαμβάνω, έχω έσοδα από κάπου.
καρτερέω-ῶ = υπομένω, αντέχω.
καταβαίνω = κατεβαίνω.
καταβάλλω = ρίχνω κάτω, ανατρέπω, νικώ, κατεδαφίζω.
καταβοή = κατακραυγή.
καταγιγνώσκω τινός τι = κατηγορώ κάποιον για κάτι. 
καταγιγνώσκεταί τις= καταδικάζεται.
θάνατος καταγιγνώσκεται = γίνεται καταδίκη σε θάνατο.
καταγορεύω = κατηγορώ.
κατάγω = επαναφέρω κάποιον από την εξορία.
κατάδηλος = ολοφάνερος.
καταδουλόω-ῶ & καταδουλοῦμαί τινα = υποδουλώνω.
καταισχύνω = ντροπιάζω.
καταισχύνομαι = αισθάνομαι ντροπή.
καταλέγω = καταγράφω στον κατάλογο, στρατολογώ, καταριθμώ, εκθέτω κατά τάξη.
καταλείπω = κληροδοτώ, αφήνω πίσω, εγκαταλείπω, παραδίδω.
καταλλαγή = ανταλλαγή, συμφιλίωση.
καταλλάσσω = συμφιλιώνω.
κατάλυσις = διάλυση, κατάργηση.
καταλύω = λύνω, καταβάλλω, καταργώ.
καταναυμαχέω-ῶ = κατανικώ σε ναυμαχία.
καταπλέω = προσορμίζομαι.
κατάπληξις = έκπληξη, φόβος.
καταπλήσσω = κατατρομάζω κάποιον.
καταπλήσσομαι = φοβάμαι.
κατάπλους = κατάπλους σε λιμάνι.
κατασήπομαι = σαπίζω.
κατατρίβω = αφανίζω, καταστρέφω.
καταφρονέω-ῶ = περιφρονώ, περηφανεύομαι.
καταψηφίζομαι = καταδικάζω.
κατηγορέω-ῶ = κατηγορώ, διατυπώνω κατηγορίες.
κατοικέω-ῶ = κατοικώ.
κατοικίζω = εγκαθιστώ κατοίκους.
κατοικτείρω & κατοικτίρω = λυπάμαι πολύ.
κατοκνέω-ῶ = διστάζω πολύ.
καῦμα = καύσωνας.
καῦσις = καύση, καυτηρίαση.
κεῖμαι = είμαι ξαπλωμένος, έχω ταφεί.
κελεύω = διατάζω, προτρέπω, συμβουλεύω, παρακαλώ.
κενός = αδειανός, στερημένος.
κεράννυμι = αναμειγνύω, συνδυάζω.
κέρας = άκρο στρατιωτικής παρατάξεως, πτέρυγα, σάλπιγγα.
κερδαίνω = αποκομίζω κέρδη.
κερδαλέος = επικερδής.
κηδεστής = συγγενής, γαμβρός.
κηδεστία = συγγένεια.
κήδομαι = φροντίζω.
κινδυνεύω = διατρέχω κίνδυνο.
ὁ κινδυνεύων = ο κατηγορούμενος.
κίνησις = αναστάτωση, πόλεμος.
κλαυθμός = θρήνος.
κοινός = κοινός, δημόσιος, αμερόληπτος.
τό κοινόν = το σύνολο των πολιτών.
τά κοινά = διαχείριση των κοινών, δημόσιες υποθέσεις.
κοινωνέω-ῶ = συμμετέχω, κάνω κάτι από κοινού, συμφωνώ.
κοινωνός = συνεργάτης.
κολάζω= τιμωρώ.
κολάζομαί τινα = τιμωρώ.
κουφίζω = ανακουφίζω.
κρατέω-ῶ = γίνομαι κύριος, κυριεύω, επικρατώ.
κρατῶ τινα = νικώ.
κράτος = δύναμη, εξουσία, κυριαρχία.
κρείττων = ο πιο δυνατός.
κρημνώδης = απόκρημνος.
κρήνη = βρύση, πηγή.
κρηπίς = θεμέλιο.
κρίνω = διαχωρίζω, αποχωρίζω, αποφασίζω.
κρίσιν ποιοῦμαί τινι = δικάζω κάποιον.
κρούω & κρούομαι = χτυπώ, συγκρούω.
κρούομαι πρύμναν = οπισθοδρομώ.
κρύφα = κρυφά.
κτάομαι-ῶμαι = αποκτώ, προμηθεύομαι.
κτείνω = σκοτώνω.
κώλυμα = εμπόδιο.
κωλύμη = παρακώλυση,εμπόδιση.
κωλύω = εμποδίζω, απαγορεύω.
κώμη = χωριό, οικισμός.


Αρχείο:Lambda uc lc.svgλαγχάνω = λαμβάνω με κλήρο ή από την τύχη.
λάθρα = κρυφά.
λανθάνω & λήθω = διαφεύγω την προσοχή.
λανθάνω ἐμαυτόν = λησμονώ.
λέγω = λέγω, προτείνω, παραγγέλλω.
εὖ λέγω = επαινώ./// κακῶς λέγω = κακολογώ.
οἱ λέγοντες = οι ρήτορες.
ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι.
ὡς ἁπλῶς ή ὡς συντόμως εἰπεῖν = για να πω γενικά.
συνελόντι εἰπεῖν ή ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰρῆσθαι = για να πω με λίγα λόγια.
λείπω = αφήνω, εγκαταλείπω.
λείπομαι = καταλείπομαι, υπολείπομαι, είμαι κατώτερος, υστερώ.
λεκτικός = ικανός στο λέγειν.
λεπτόγεως = άγονος.
λῄζομαι = ληστεύω, διαρπάζω.
λιμός = πείνα.
λιπαρέω-ῶ = επιμένω, ικετεύω.
λιπαρής = επίμονος, πείσμων.
λιπαρός = χαρούμενος, λαμπρός.
λόγος = λόγος, επιχείρημα, πρόταση, δικαιολογία, λογικό.
ἡ τῶν λόγων παιδεία = ρητορική μόρφωση.
εἰς λόγους ἄγω τινά = φέρνω κάποιον σε συνομιλία ή σε επαφή με κάποιον.
ἔρχομαι εἰς λόγους τινί = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με κάποιον.
τούς λόγους ποιοῦμαι = μιλώ.
λόγον δίδωμι = λογοδοτώ.
λόγοι γίγνονται = διεξάγονται διαπραγματεύσεις.
ἐκφέρω λόγον = διαδίδω την πληροφορία.
λοιμός = νόσος.
λοιπός = υπόλοιπος.
λοιπόν ἐστι = απομένει, υπολείπεται.
τό λοιπόν = στο εξής.
λυμαίνομαι = κακοποιώ, βλάπτω.
λυσιτελέω-ῶ = ωφελώ.
τό λυσιτελοῦν = ωφέλεια, πλεονέκτημα.
λύω = λύνω, διαλύω, παραλύω, απαλλάσσω.
λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου